Η προσωρινή παύση των αμερικανικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν έχει ανοίξει μια νέα συζήτηση στην Ουάσινγκτον: κατά πόσο οι ΗΠΑ διαθέτουν επαρκή αποθέματα προηγμένων όπλων για να ανταποκριθούν σε μια νέα μεγάλη στρατιωτική κρίση, ιδιαίτερα στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού.
Σε ανάλυσή του, το βρετανικό δίκτυο BBC εξετάζει το ερώτημα αν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με περιορισμούς στο οπλοστάσιο της χώρας μετά από σχεδόν 40 ημέρες έντονων πολεμικών επιχειρήσεων εναντίον του Ιράν.
Η αμερικανική κυβέρνηση έχει αναφέρει ότι το κόστος του πολέμου ανήλθε σε περίπου 37,5 δισ. δολάρια, με το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών να αφορά πυρομαχικά και οπλικά συστήματα.
Μέχρι την έναρξη της εύθραυστης εκεχειρίας στις 8 Απριλίου, οι αμερικανικές δυνάμεις είχαν πλήξει περισσότερους από 13.000 στόχους στο Ιράν, ενώ η αμερικανική αντιαεροπορική άμυνα είχε αναχαιτίσει πάνω από 1.700 ιρανικά drones και βαλλιστικούς πυραύλους, σύμφωνα με στοιχεία του Λευκού Οίκου.
Ο ίδιος ο Τραμπ απέρριψε τις ανησυχίες για ελλείψεις, δηλώνοντας στη Wall Street Journal ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν “πολύ περισσότερα πυρομαχικά από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο”.
Ωστόσο, η συζήτηση για την αναπλήρωση των αποθεμάτων έχει ενταθεί. Ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, ο οποίος αρχικά είχε αρνηθεί ότι υπάρχουν πιέσεις στα αποθέματα, ζήτησε πρόσφατα από το Κογκρέσο επιπλέον χρηματοδότηση ύψους 87 δισ. δολαρίων για την αντιμετώπιση “κρίσιμων ελλείψεων”, συμπεριλαμβανομένου εξοπλισμού.
Οι πύραυλοι που εξαντλήθηκαν και η δύσκολη αναπλήρωση
Η ακριβής κατάσταση των αμερικανικών αποθεμάτων παραμένει απόρρητη, ωστόσο στοιχεία του Center for Strategic and International Studies (CSIS) δείχνουν σημαντική μείωση σε ορισμένα κρίσιμα οπλικά συστήματα.
Ένα από τα βασικά όπλα που χρησιμοποιήθηκαν ευρέως ήταν οι πύραυλοι Tomahawk Land Attack Missile (TLAM), οι οποίοι εκτοξεύονται από πλοία και υποβρύχια και μπορούν να πλήξουν στόχους σε απόσταση άνω των 1.600 χιλιομέτρων.
Σύμφωνα με το CSIS, οι ΗΠΑ εκτόξευσαν περισσότερους από 1.000 Tomahawk κατά τη διάρκεια του πολέμου, ενώ η επιστροφή των αποθεμάτων στα προπολεμικά επίπεδα ενδέχεται να απαιτήσει χρόνο έως το 2031.
Το κόστος ενός σύγχρονου Tomahawk ανέρχεται περίπου στα 2,6 εκατ. δολάρια ανά πύραυλο.
Ακόμη μεγαλύτερη πίεση καταγράφηκε στα συστήματα αεράμυνας. Οι αμερικανικές δυνάμεις χρησιμοποίησαν έως και 1.430 πυραύλους Patriot, από ένα εκτιμώμενο απόθεμα περίπου 2.330 μονάδων πριν από τον πόλεμο.
Κάθε αναχαιτιστής Patriot κοστίζει περίπου 4 εκατ. δολάρια, γεγονός που αναδεικνύει ένα βασικό πρόβλημα της σύγχρονης πολεμικής τεχνολογίας: οι ΗΠΑ δαπανούν πανάκριβους πυραύλους για να καταρρίπτουν φθηνότερα drones, τα οποία μπορεί να κοστίζουν μόλις μερικές δεκάδες χιλιάδες δολάρια.
“Χρειάζονται αρκετά χρόνια για την παραγωγή ενός πυραύλου. Αν βάλεις χρήματα στο σύστημα σήμερα, δεν θα πάρεις νέο πύραυλο πριν περάσουν τρία ή τέσσερα χρόνια, ίσως και πέντε”, δήλωσε στο BBC ο Μαρκ Κάνσιαν, πρώην συνταγματάρχης των Πεζοναυτών και σύμβουλος του CSIS.
Η Κίνα και το “παράθυρο ευπάθειας”
Η ανησυχία στην Ουάσινγκτον δεν αφορά μόνο τη Μέση Ανατολή, αλλά κυρίως την πιθανότητα μιας μελλοντικής σύγκρουσης στον Ειρηνικό.
Το BBC σημειώνει ότι ο πόλεμος με το Ιράν έρχεται λίγο πριν από το λεγόμενο “παράθυρο Ντέιβιντσον”, μια περίοδο κατά την οποία ορισμένοι Αμερικανοί στρατιωτικοί αναλυτές θεωρούν πιθανότερη μια κινεζική προσπάθεια εισβολής στην Ταϊβάν.
Η θεωρία αυτή βασίζεται στις προειδοποιήσεις του πρώην διοικητή των αμερικανικών δυνάμεων στον Ειρηνικό, ναυάρχου Φίλιπ Ντέιβιντσον, ο οποίος είχε εκτιμήσει το 2021 ότι η Κίνα θα μπορούσε να κινηθεί στρατιωτικά μέσα στην επόμενη εξαετία. Το 2023, ο τότε διευθυντής της CIA Γουίλιαμ Μπερνς είχε αναφέρει ότι το Πεκίνο επιδίωκε να είναι έτοιμο για πιθανή επιχείρηση έως το 2027.
Ο Κάνσιαν χαρακτηρίζει την περίοδο αυτή “παράθυρο ευπάθειας”, καθώς οι ΗΠΑ μπορεί να μην διαθέτουν το απαιτούμενο βάθος αποθεμάτων σε περίπτωση σύγκρουσης με μια χώρα όπως η Κίνα, η οποία διαθέτει μεγάλο οπλοστάσιο πυραύλων και προηγμένων συστημάτων.
Το Πεκίνο, σύμφωνα με το BBC, έχει επενδύσει σημαντικά σε υπερηχητικούς πυραύλους και τεχνολογίες μαζικής χρήσης drones, με τις αμερικανικές αρχές να εκτιμούν ότι παρακολουθεί στενά τα διδάγματα από τον πόλεμο με το Ιράν.
Οι επιπτώσεις για την Ουκρανία και την Ευρώπη
Η συζήτηση για τα αμερικανικά αποθέματα επηρεάζει ήδη και την Ουκρανία, η οποία ζητά περισσότερα συστήματα αεράμυνας για την αντιμετώπιση των ρωσικών επιθέσεων με drones και πυραύλους.
Ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι είχε προειδοποιήσει ότι ο πόλεμος στο Ιράν προκαλεί πίεση τόσο στα αμερικανικά αποθέματα όσο και στις δυνατότητες παραγωγής των αμυντικών βιομηχανιών.
Όπως ανέφερε, οι ΗΠΑ παράγουν περίπου 60-65 πυραύλους Patriot τον μήνα, δηλαδή 700-800 ετησίως, ενώ μόνο την πρώτη ημέρα της επιχείρησης στο Ιράν χρησιμοποιήθηκαν περίπου 803 αναχαιτιστές.
Ο Τραμπ έχει εξετάσει το ενδεχόμενο να επιτρέψει στην Ουκρανία να παράγει η ίδια πυραύλους Patriot, όπως ήδη συμβαίνει σε Γερμανία και Ιαπωνία.
Η επόμενη ημέρα: περισσότερη παραγωγή όπλων
Παρά τις ανησυχίες, αναλυτές επισημαίνουν ότι οι ΗΠΑ δεν βρίσκονται άμεσα αντιμέτωπες με κίνδυνο εξάντλησης των αποθεμάτων τους.
Η κυβέρνηση Τραμπ υποστηρίζει ότι οι αμερικανικές δυνάμεις διαθέτουν επαρκή πυρομαχικά για την επίτευξη των στρατηγικών στόχων τους, ενώ ο πρόεδρος έχει ήδη ζητήσει από τις αμυντικές εταιρείες να αυξήσουν την παραγωγή.
Η βασική πρόκληση, σύμφωνα με το BBC, δεν είναι μόνο η ποσότητα των όπλων, αλλά η ταχύτητα αναπλήρωσής τους. Οι σύγχρονες συγκρούσεις καταναλώνουν προηγμένα συστήματα πολύ ταχύτερα από τον ρυθμό με τον οποίο μπορούν να παραχθούν.
Την ίδια στιγμή, η σύγκρουση με το Ιράν ανέδειξε την ανάγκη για φθηνότερα και μαζικά παραγόμενα συστήματα, ώστε οι ΗΠΑ να μην αναγκάζονται να χρησιμοποιούν πυραύλους εκατομμυρίων δολαρίων για την αντιμετώπιση drones χαμηλού κόστους.
Η νέα αμερικανική στρατηγική, όπως καταλήγει η ανάλυση του BBC, φαίνεται να κινείται πλέον σε δύο άξονες: αύξηση της παραγωγής παραδοσιακών οπλικών συστημάτων και ανάπτυξη φθηνότερων τεχνολογιών μεγάλης κλίμακας για τις μελλοντικές συγκρούσεις.


