Υπό το πρίσμα της PSD II και της αρχής της διαφάνειας, το δικαστήριο κρίνει ότι η μετάπτωση καταθετικών λογαριασμών σε «Λογαριασμό Προνομίων» δεν συνιστούσε ουσιαστική τροποποίηση της σύμβασης – πρόστιμο 50.000 ευρώ, χρηματική ποινή 3.000 ευρώ ανά παράβαση και προσωρινή εκτελεστότητα
Με την υπ’ αριθμ. 128/2026 απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών (Εκούσια Δικαιοδοσία – Τμήμα Εμπορικού/Ενοχικού Δικαίου) απαγόρευσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος την επιβολή μηνιαίας χρέωσης 0,80 ευρώ στους πελάτες-καταναλωτές που διατηρούσαν σε αυτή, έως τις 28 Αυγούστου 2025, συμβάσεις κατάθεσης τύπου «Απλό Ταμιευτήριο» ή «Απλός Τρεχούμενος». Η απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, ενώ η τράπεζα υποχρεώθηκε να καταβάλει 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης προς το ενάγον σωματείο (ΕΚΠΟΙΖΩ), με απειλή χρηματικής ποινής 3.000 ευρώ για κάθε επόμενη παράβαση.
Η συλλογική αντιπροσωπευτική αγωγή ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 10ιβ του Ν. 2251/1994, όπως ισχύει μετά την ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2020/1828 για τις αντιπροσωπευτικές αγωγές προστασίας των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών.
Το επίμαχο επιχειρηματικό σχήμα
Τον Ιούνιο του 2025, η Εθνική Τράπεζα απέστειλε πανομοιότυπη επιστολή στους κατόχους των ως άνω καταθετικών λογαριασμών, ενημερώνοντάς τους για την «αυτόματη αναβάθμιση» στον νέο «Λογαριασμό Προνομίων», ο οποίος συνεπαγόταν μηνιαία χρέωση 0,80 ευρώ. Η μετάπτωση δομήθηκε σε βάση opt-out: εφόσον ο πελάτης δεν δήλωνε εγγράφως ή τηλεφωνικώς την αντίθεσή του έως τις 25 Αυγούστου 2025, ο λογαριασμός του μετατρεπόταν αυτομάτως στις 28 Αυγούστου 2025.
Ως αντάλλαγμα της χρέωσης, η τράπεζα παρουσίαζε δέσμη «προνομίων», στην οποία περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, η δωρεάν διενέργεια εξερχόμενων και εισερχόμενων εμβασμάτων μέσω Digital Banking έως 5.000 ευρώ, η δωρεάν μεταφορά χρημάτων έως 500 ευρώ ημερησίως μέσω IRIS Payments, η δωρεάν φόρτιση προπληρωμένης κάρτας, η συμμετοχή στο πρόγραμμα επιβράβευσης Go For More και η δωρεάν χορήγηση έκτακτου αντιγράφου κίνησης.
Η νομική θεμελίωση της απόφασης
Το δικαστήριο, αξιολογώντας το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, οδηγήθηκε σε τέσσερις βασικές κρίσεις:
α) Επί της φύσης της μεταβολής. Η «μετατροπή» του λογαριασμού δεν συνιστούσε ουσιαστική τροποποίηση των χαρακτηριστικών της υποκείμενης καταθετικής σχέσης. Αντιθέτως, η μοναδική μεταβολή εντοπιζόταν στη δομή της τιμολόγησης και στον τρόπο οργάνωσης των συναφών υπηρεσιών πληρωμών. Συνεπώς, δεν επρόκειτο για πρόταση σύναψης νέας σύμβασης, αλλά για πρόταση τροποποίησης της υφιστάμενης σύμβασης-πλαισίου, κατά την έννοια του άρθρου 54 του Ν. 4537/2018 (ενσωμάτωση της PSD II – Οδηγία 2015/2366/ΕΕ).
β) Επί του χαρακτηρισμού των «προνομίων». Σημαντικό τμήμα των προβαλλόμενων ως «προνομίων» υπηρεσιών παρεχόταν ήδη άνευ χρεώσεως, είτε δυνάμει του διατραπεζικού κανονιστικού πλαισίου (όπως οι μεταφορές μέσω IRIS Payments, που εντάσσονται στο σύστημα ΔΙΑΣ), είτε κατ’ επιταγή του άρθρου 48 του Ν. 5167/2024 (όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 271 του Ν. 5222/2025), το οποίο θεσπίζει δεσμευτικό πλαίσιο περιορισμού ή αποκλεισμού προμηθειών για βασικές συναλλαγές μέσω ηλεκτρονικών δικτύων πληρωμών. Επομένως, η παρουσίασή τους ως πρόσθετης συμβατικής ωφέλειας συνδεόμενης με την μηνιαία επιβάρυνση «αποσπά την έννοια του δωρεάν από το κανονιστικό της έρεισμα».
γ) Επί της επάρκειας της προσυμβατικής ενημέρωσης. Το δικαστήριο έκρινε ότι η αποσταλείσα επιστολή δεν πληρούσε τις απαιτήσεις πλήρους και σαφούς γνωστοποίησης των προτεινόμενων τροποποιήσεων, όπως αυτές επιτάσσονται από τα άρθρα 52 και 54 του Ν. 4537/2018 και την αντίστοιχη νομολογία του ΔΕΕ (απόφαση C-287/19, DenizBank, της 11.11.2020). Η ενημέρωση χαρακτηρίστηκε αποσπασματική και επιλεκτική, παραπέμπουσα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης μέσω υπερσυνδέσμου, χωρίς να καθίσταται άμεσα προσιτό το σύνολο των όρων που διέπουν τις υπηρεσίες.
δ) Επί της αρχής της διαφάνειας. Η πρακτική κρίθηκε ότι δεν συνάδει με την αρχή της διαφάνειας του άρθρου 5 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, διότι δεν επιτρέπει στον μέσο καταναλωτή να αξιολογήσει βάσει σαφών, πλήρων και συγκρίσιμων κριτηρίων τη σχέση παροχής και αντιπαροχής. Αντιθέτως, διαμόρφωνε εικόνα υπερτιμημένης αξίας του πακέτου που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματική οικονομική του λειτουργία.
Ο μηχανισμός opt-out και ο έλεγχος καταχρηστικότητας
Ιδιαίτερη σημασία έχει η κρίση του δικαστηρίου επί του μηχανισμού σιωπηρής αποδοχής. Ο 6.22 όρος των Γενικών Όρων Συναλλαγών της εναγομένης, ο οποίος προβλέπει ότι η μη αντίδραση του πελάτη εντός δύο μηνών λογίζεται ως αποδοχή της τροποποίησης, δεν κρίθηκε αυτοτελώς καταχρηστικός, καθώς αναπαράγει το ρυθμιστικό περιεχόμενο των άρθρων 52 και 54 του Ν. 4537/2018. Ωστόσο, το δικαστήριο επισήμανε ότι η εφαρμογή του εν λόγω όρου υπόκειται σε αυτοτελή έλεγχο τήρησης της αρχής της διαφάνειας: εφόσον η ενημέρωση που προηγείται της τεκμαιρόμενης συναίνεσης κρίνεται ελλιπής ή παραπλανητική, η επικαλούμενη σιωπηρή αποδοχή στερείται έγκυρης βάσης.
Ζήτημα αναδρομικότητας
Πέραν της απαγόρευσης της μελλοντικής επιβολής της χρέωσης, η ΕΚΠΟΙΖΩ έχει εγείρει ζήτημα αναδρομικής επιστροφής των ήδη παρακρατηθέντων ποσών, υποστηρίζοντας ότι, εφόσον η χρέωση κρίθηκε παράνομη, η τράπεζα υποχρεούται σε αντιλογισμό τους. Το ζήτημα αυτό αναμένεται να απασχολήσει είτε ατομικές αγωγές πελατών είτε επόμενο στάδιο της συλλογικής δικαστικής διεκδίκησης.
Επιπτώσεις στον τραπεζικό κλάδο
Η απόφαση 128/2026 έχει σημασία που υπερβαίνει τη μεμονωμένη υπόθεση, για τρεις λόγους:
Πρώτον, αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη νομολογιακή τοποθέτηση επί της αλληλεπίδρασης μεταξύ του εθνικού πλαισίου για τις δωρεάν βασικές συναλλαγές πληρωμών (άρθρο 48 Ν. 5167/2024 και άρθρο 271 Ν. 5222/2025) και της τιμολογιακής ελευθερίας των πιστωτικών ιδρυμάτων επί των συμβάσεων κατάθεσης. Καθιστά σαφές ότι η εμπορική αναδιάρθρωση δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί ως μέσο επανεμπορευματοποίησης υπηρεσιών που ο νομοθέτης έχει εξαιρέσει από το πεδίο της ελεύθερης τιμολόγησης.
Δεύτερον, εδραιώνει υψηλό πήχη όσον αφορά την προσυμβατική ενημέρωση των καταναλωτών για τροποποιήσεις σύμβασης-πλαισίου, με δεσμευτικές κατευθύνσεις για τα τραπεζικά ιδρύματα ως προς τη μορφή, το περιεχόμενο και τη χρονική στιγμή της επικοινωνίας. Η απλή παραπομπή σε εταιρικό ιστότοπο, ακόμη και με υπερσύνδεσμο, δεν επαρκεί για την κάλυψη της σχετικής υποχρέωσης.
Τρίτον, αναδεικνύει την αυξανόμενη σημασία των συλλογικών αντιπροσωπευτικών αγωγών ως εργαλείου ελέγχου των μαζικών εμπορικών πρακτικών στον χρηματοπιστωτικό τομέα, σε συνέχεια της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2020/1828/ΕΕ στο εθνικό δίκαιο.
Η Εθνική Τράπεζα διατηρεί το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων κατά της απόφασης· η προσωρινή εκτελεστότητα της διάταξης απαγόρευσης, ωστόσο, ισχύει ήδη.

