Στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής για την ενίσχυση της εθνικής ασφάλειας, η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει τη δημιουργία μιας κρατικής θερμοκοιτίδας (incubator) με αντικείμενο την έρευνα στην κυβερνοασφάλεια και την ίδρυση startups που θα αναπτύσσουν τεχνολογικά εργαλεία για τις αμερικανικές αρχές.
Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το Bloomberg, το Γραφείο του Εθνικού Διευθυντή Κυβερνοασφάλειας του Λευκού Οίκου συντάσσει προεδρικό διάταγμα για τη σύσταση προγράμματος έρευνας και ανάπτυξης τεχνολογιών αιχμής, ευθυγραμμισμένων με τις προτεραιότητες της Ουάσινγκτον. Το εγχείρημα, το οποίο περιγράφεται σε προσχέδιο ως “χυτήριο κυβερνοασφάλειας” (cyber foundry), στόχο έχει την προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων venture capital και τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων.
Το ισραηλινό μοντέλο και το κενό στις ΗΠΑ
Εντός των αμερικανικών υπηρεσιών, το σχέδιο παραβάλλεται με το μοντέλο του Ισραήλ, το οποίο διασυνδέει στενά τις στρατιωτικές προτεραιότητες με τις startups κυβερνοασφάλειας, τις επενδύσεις και την ακαδημαϊκή έρευνα. Κολοσσοί του κλάδου, όπως οι Wiz, Palo Alto Networks και Check Point Software Technologies, ιδρύθηκαν από πρώην στελέχη των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών.
Αν και το Πεντάγωνο διαθέτει τη DARPA και η CIA το μη κερδοσκοπικό ταμείο In-Q-Tel, στις ΗΠΑ δεν υπάρχει μέχρι σήμερα εξειδικευμένη κρατική δομή αποκλειστικά για τον τομέα του κυβερνοχώρου.
Η απειλή της Τεχνητής Νοημοσύνης και η Ακαδημία Κυβερνοασφάλειας
Η πρωτοβουλία εκδηλώνεται ενώ η αμερικανική διοίκηση καλείται να αντιμετωπίσει ένα νέο κύμα κυβερνοαπειλών που τροφοδοτείται από την Τεχνητή Νοημοσύνη, καθώς προηγμένα συστήματα AI επιταχύνουν τις επιθέσεις ή συντονίζονται αυτόνομα για την παραβίαση ξένων δικτύων.
Παράλληλα, το υπό σύνταξη διάταγμα προβλέπει την ίδρυση Ακαδημίας Κυβερνοασφάλειας, η οποία θα ενοποιήσει τα υφιστάμενα κυβερνητικά προγράμματα εκπαίδευσης, εστιάζοντας σε πιστοποιήσεις δεξιοτήτων, στη δημιουργία διαύλων προσέλκυσης νέων ταλέντων και στη θέσπιση κοινών προτύπων επάρκειας.
Ελλείψεις προσωπικού και ευρύτερες πρωτοβουλίες
Το χρονοδιάγραμμα υπογραφής του διατάγματος παραμένει ασαφές. Εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου δήλωσε ότι οι επίσημες ανακοινώσεις γίνονται αποκλειστικά από τον Πρόεδρο, χαρακτηρίζοντας τις συζητήσεις περί διαταγμάτων “εικασίες”.
Η κίνηση αυτή έρχεται να αντιμετωπίσει τη σοβαρή έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού στο δημόσιο τομέα, καθώς ο ιδιωτικός τομέας προσφέρει υψηλότερες αμοιβές και ταχύτερες διαδικασίες πρόσληψης. Οι ελλείψεις επιδεινώθηκαν τον τελευταίο χρόνο, με την αρμόδια Υπηρεσία Κυβερνοασφάλειας και Ασφάλειας Υποδομών (CISA) να χάνει πάνω από το ένα τρίτο του δυναμικού της λόγω περικοπών και οικειοθελών αποχωρήσεων μετά την επιστροφή Τραμπ στην εξουσία, ενώ ακολούθησαν και μειώσεις μισθών.
Το σχέδιο εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια της διοίκησης για στενότερη συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα. Μόλις τον περασμένο μήνα, άνοιξε ο δρόμος ώστε ιδιωτικές εταιρείες να διεξάγουν κυβερνοεπιθέσεις κατά αλλοδαπών στόχων για λογαριασμό της αμερικανικής κυβέρνησης υπό την εποπτεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ενώ ανάλογη πρόταση εξετάζεται και από τη Γερουσία.


