Μείωση του χρέους όχι μόνο ως ποσοστό του ΑΕΠ, αλλά και ως απόλυτο ποσό για τρίτη διαδοχική χρονιά, καθώς και παραγωγή πλεονασμάτων μεγαλύτερων από τις επικαιροποιημένες προβλέψεις βάζει στο «στόχαστρο» το οικονομικό επιτελείο και για το 2026.
Οι τριμηνιαίοι μη χρηματοοικονομικοί λογαριασμοί της γενικής κυβέρνησης για το α’ τρίμηνο που δημοσίευσε χθες η ΕΛΣΤΑΤ, αλλά και τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού σε επίπεδο γενικής κυβέρνησης που αφορούν το 5μηνο, δείχνουν ότι και οι δύο στόχοι μπορούν να επιτευχθούν. Το πρώτο τρίμηνο έχει κλείσει με το χρέος της γενικής κυβέρνησης στα 360 δισ. ευρώ από 366,3 δισ. ευρώ που ήταν στο πρώτο τρίμηνο του 2025.
Δεδομένου ότι οι πρόωρες αποπληρωμές άνω των 7 δισ. ευρώ έγιναν τον Απρίλιο, αλλά και ότι έχουν δρομολογηθεί και νέες για το β’ εξάμηνο, έρχεται κοντά ο στόχος για περιορισμό των συνολικών οφειλών της χώρας ακόμη και στα 356 δισ. ευρώ (από 365 δισ. ευρώ που ήταν το «κλείσιμο» του 2025). Όσον αφορά το πρωτογενές πλεόνασμα, τα στοιχεία του 5μήνου έχουν δείξει πλεόνασμα 5 δισ. ευρώ στο διάστημα Ιανουαρίου – Μαΐου, ακριβώς όσο και το 2025. Το θέμα είναι όμως ότι το 2025 είχε κλείσει με πρωτογενές πλεόνασμα κοντά στο 5% του ΑΕΠ και για φέτος ο πήχης έχει μπει στο 3,2%. Ειδικότερα:
*** Στο διάστημα Ιανουαρίου – Μαΐου η κεντρική διοίκηση εμφάνισε πλεόνασμα 3,479 δισ. ευρώ, ποσό μειωμένο σε σχέση με τα 5,059 δισ. ευρώ του αντίστοιχου διαστήματος του 2025. Αυτή η διαφορά, όμως, έρχεται να καλυφθεί από τους υπόλοιπους τομείς που συνθέτουν τη γενική κυβέρνηση. Έτσι, η κεντρική κυβέρνηση εκτός του κρατικού προϋπολογισμού έχει κλείσει το 5μηνο με πλεόνασμα 1,714 δισ. ευρώ από 1,107 δισ. ευρώ πέρυσι, η τοπική αυτοδιοίκηση έχει εμφανίσει μεγάλη βελτίωση των δημοσιονομικών της επιδόσεων με πλεόνασμα 480 εκατ. ευρώ από 98 εκατ. ευρώ πέρυσι, ενώ οι οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης παρουσιάζουν «στροφή» σε πλεόνασμα 403 εκατ. ευρώ, έναντι ελλείμματος 823 εκατ. ευρώ πέρυσι. Δηλαδή, στο 5μηνο παράγεται πρωτογενές πλεόνασμα 5,093 δισ. ευρώ, ακριβώς το ίδιο ποσό με πέρυσι. Έτσι, προς το παρόν, δεν προκύπτει η μείωση σε σχέση με την περσινή επίδοση, η οποία ήταν εντυπωσιακή: Υπενθυμίζεται ότι το 2025 έκλεισε με πλεόνασμα 4,9%, κοντά στα 12 δισ. ευρώ.
*** Τα στοιχεία μη χρηματοοικονομικών συναλλαγών που δημοσίευσε χθες η ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν μείωση του χρέους γενικής κυβέρνησης. Τα 360,106 δισ. ευρώ συγκρίνονται με τα 366,312 δισ. ευρώ του α’ τριμήνου του 2025 και δείχνουν μια τάση η οποία συνεχίζεται για μια ακόμη χρονιά (σ.σ. στο α’ τρίμηνο του 2024 η Ελλάδα χρωστούσε 368,36 δισ. ευρώ). Η Ελλάδα γίνεται έτσι μια από τις ελάχιστες χώρες που μειώνουν χρέος και σε απόλυτο ποσό, ενώ επιδιώκεται αυτό να συνεχιστεί και μέχρι το τέλος του χρόνου. Ο πήχης μπαίνει τώρα στα 356 δισ. ευρώ και γι’ αυτό δρομολογούνται οι νέες πρόωρες αποπληρωμές του Δεκεμβρίου, με την προσοχή να εστιάζεται αυτή τη φορά στα δάνεια του β’ μνημονίου (EFSF). Σε ό,τι αφορά τα στοιχεία των πρωτογενών πλεονασμάτων, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αφορούν το α’ τρίμηνο και όχι το 5μηνο, όπως αυτά του υπουργείου Οικονομικών. Προκύπτει πρωτογενές πλεόνασμα 642 εκατ. ευρώ από 1,093 δισ. ευρώ πέρυσι. Ωστόσο, η μεγάλη βελτίωση -όπως φαίνεται και από τα στοιχεία του γενικού λογιστηρίου- έχει γίνει μετά τον Απρίλιο, κυρίως λόγω των αυξημένων φορολογικών εσόδων.
Αποδόσεις ομολόγων
Η διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και η μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, παράλληλα με την προώθηση μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την ανάπτυξη, αποτελούν τις προϋποθέσεις για να παραμείνει το κόστος χρηματοδότησης του Ελληνικού Δημοσίου σε χαμηλά επίπεδα και να περιορίζεται ο αντίκτυπος των παγκόσμιων σοκ στην εθνική οικονομία, υπογραμμίζει νέα μελέτη του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή.
Όπως αναφέρεται στην έκθεση, οι αποδόσεις των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου υπέστησαν εντυπωσιακή μεταβολή την τελευταία δεκαετία: από επίπεδα άνω του 7% το 2016 -τα υψηλότερα στην Ευρωζώνη και κληρονομιά της κρίσης χρέους- έπεσαν το 2024 σε επίπεδα συγκρίσιμα με εκείνα της Ιταλίας και της Πορτογαλίας, αντανακλώντας μια άνευ προηγουμένου δημοσιονομική προσαρμογή. Η Ελλάδα κατάφερε, έτσι, να μετατραπεί από τον πιο ευάλωτο σε διεθνείς αναταράξεις κρατικό δανειολήπτη της Ευρωζώνης σε μια χώρα που τα τελευταία τέσσερα χρόνια βρίσκεται στη μέση της σχετικής κατάταξης.
Τα κυριότερα ευρήματα
1. Τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου ενίσχυσαν σημαντικά την ανθεκτικότητά τους σε διεθνείς αναταράξεις μετά την πανδημία. Κατά τη διάρκεια της κρίσης του Covid-19 (3ο τρίμηνο 2019 – 1ο τρίμηνο 2022) τα ελληνικά κρατικά ομόλογα παρουσίαζαν μεγαλύτερες διακυμάνσεις σε ημέρες αναταραχής στις αγορές από ό,τι αυτά οποιασδήποτε άλλης χώρας της Ευρωζώνης -με αντίδραση υπερδιπλάσια από εκείνη των αμέσως επόμενων πιο ευάλωτων κρατικών τίτλων- και εμφάνιζαν μεγάλη εξάρτηση από τα μέτρα στήριξης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Μετά την πανδημία, από το 2ο τρίμηνο του 2022 έως το 2ο τρίμηνο του 2026, αυτή η ακραία ευαισθησία έχει εξασθενήσει σημαντικά: η Ελλάδα κινείται πλέον σε γενικές γραμμές παράλληλα με χώρες όπως η Ιταλία και η Πορτογαλία, ενώ, σύμφωνα με ορισμένους δείκτες, αντιδρά λιγότερο έντονα από την Ιταλία.
2. Ο δείκτης χρέους/ΑΕΠ της Ελλάδας μειώθηκε κατά περίπου 34 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ των δύο περιόδων. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη μείωση από οποιαδήποτε άλλη χώρα της μελέτης. Παράλληλα, ο κρατικός προϋπολογισμός πέτυχε σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα.
3. Εξετάζοντας και τις δέκα χώρες που μπήκαν στο μικροσκόπιο της μελέτης, διαπιστώνεται πως εκείνες που μείωσαν περισσότερο το χρέος τους είδαν τις αγορές ομολόγων τους να σταθεροποιούνται περισσότερο. Η Ελλάδα πέτυχε τη μεγαλύτερη μείωση δημόσιου χρέους και τον μεγαλύτερο περιορισμό της ευαισθησίας των ομολόγων της έναντι διεθνών αναταράξεων, ενώ χώρες στις οποίες το δημόσιο χρέος αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της περιόδου, όπως η Γαλλία και η Φινλανδία, δεν παρουσίασαν καμιά τέτοια βελτίωση.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. .


