
Οι μεγαλύτερες επενδυτικές τράπεζες της Wall Street εγκαταλείπουν σταδιακά τις αισιόδοξες προβλέψεις τους για την πορεία του ευρώ, καθώς οι αγορές εκτιμούν πλέον ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα προχωρήσουν σε περισσότερες αυξήσεις επιτοκίων από ό,τι η Ευρωζώνη μέχρι το τέλος του έτους.
Η JPMorgan Chase & Co., η Morgan Stanley και η Bank of New York Mellon Corp. συγκαταλέγονται μεταξύ των οίκων που προβλέπουν ότι το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα ενδέχεται να υποχωρήσει περισσότερο από 3%, φτάνοντας στα 1,10 δολάρια μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες. Ήδη μέσα στον μήνα το ευρώ διολίσθησε στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δώδεκα μηνών, καθώς οι επενδυτές θεωρούν πλέον πιθανή μία ακόμη αύξηση επιτοκίων από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) το 2026, ενώ δεν προεξοφλούν αντίστοιχη κίνηση από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).
Η εικόνα αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με όσα επικρατούσαν στις αρχές του έτους, όταν το ευρώ είχε ενισχυθεί πάνω από τα 1,20 δολάρια, αγγίζοντας το υψηλότερο επίπεδο σχεδόν πενταετίας και προκαλώντας ανησυχία στους Ευρωπαίους αξιωματούχους. Ωστόσο, η σύγκρουση στο Ιράν άλλαξε τα δεδομένα, καθώς η άνοδος των τιμών του πετρελαίου οδήγησε τους επενδυτές προς το δολάριο ως ασφαλές καταφύγιο. Παράλληλα, η πιο συγκρατημένη στάση της ΕΚΤ επιβάρυνε περαιτέρω το ευρωπαϊκό νόμισμα, σύμφωνα με το Bloomberg.
«Η ισοτιμία ευρώ-δολαρίου θα μπορούσε πολύ εύκολα να φτάσει στο 1,10, καθώς οι μεσοπρόθεσμοι επενδυτές εγκαταλείπουν τις διαρθρωτικές θέσεις τους κατά του δολαρίου, ενώ οι κερδοσκοπικοί επενδυτές θα μπορούσαν να εντείνουν την πτώση καθώς η δυναμική θα ενισχύεται», ανέφεραν οι στρατηγικοί αναλυτές της Morgan Stanley, με επικεφαλής τον Ντέιβιντ Άνταμς.
Η JPMorgan αναθεώρησε προς τα κάτω τον στόχο της για τα μέσα του 2027, τοποθετώντας την ισοτιμία στα 1,10 δολάρια, ενώ η Royal Bank of Canada προβλέπει ότι το ίδιο επίπεδο θα επιτευχθεί έως το τέλος του επόμενου έτους. Αντίστοιχες αναθεωρήσεις πραγματοποίησαν και η Bank of America Corp. καθώς και η Wells Fargo & Co. Αν και οι προβλέψεις των τραπεζών συνήθως ακολουθούν τις εξελίξεις στις αγορές, η έκταση των συγκεκριμένων αναθεωρήσεων θεωρείται ασυνήθιστα μεγάλη και αρχίζει να επηρεάζει ακόμη και τη μέση πρόβλεψη της έρευνας του Bloomberg, η οποία εξακολουθεί να τοποθετεί την ισοτιμία στα 1,20 δολάρια για το επόμενο έτος.
Επιδείνωση καταγράφεται και στην αγορά δικαιωμάτων προαίρεσης, κυρίως στις μακροπρόθεσμες τοποθετήσεις. Οι μονοετείς δείκτες risk reversals, που αποτυπώνουν το επενδυτικό κλίμα και τις προσδοκίες της αγοράς, εμφανίζουν τη μεγαλύτερη απαισιοδοξία για το ευρώ από τον Μάρτιο του 2025. Αυτό σημαίνει ότι οι επενδυτές πληρώνουν πλέον υψηλότερο τίμημα είτε για να προστατευθούν από πιθανή περαιτέρω πτώση του ευρώ είτε για να στοιχηματίσουν σε αυτήν.
«Αν και το δολάριο ενδέχεται να σταθεροποιήσει τα κέρδη του στο πολύ βραχυπρόθεσμο διάστημα, είναι δύσκολο να πάει κανείς κόντρα στη δυναμική αυτής της κίνησης αυτή τη στιγμή», δήλωσε ο Μάρκους Τζένινγκς της Wells Fargo.
Η μεταβολή του κλίματος ενισχύθηκε και από τις τελευταίες εξελίξεις γύρω από τη νομισματική πολιτική. Πριν από την πρώτη συνεδρίαση του νέου προέδρου της Fed, Κέβιν Γουόρς, υπήρχαν φόβοι ότι ενδεχομένως θα δεχόταν πολιτικές πιέσεις από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, προκειμένου να μειωθούν τα επιτόκια. Ωστόσο, ο Γουόρς κατέστησε σαφές ότι η κεντρική τράπεζα δεν πρόκειται να ανεχθεί υψηλό πληθωρισμό, οδηγώντας τις αγορές να ενισχύσουν τα στοιχήματα υπέρ ακόμη μίας αύξησης επιτοκίων μέσα στη χρονιά.
Την ίδια ώρα, η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, υποστήριξε ότι δεν απαιτείται πιο επιθετική αντίδραση στις επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή, μετά τη μοναδική αύξηση επιτοκίων που πραγματοποίησε η ΕΚΤ αυτόν τον μήνα, καθώς εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα επιστρέψει μεσοπρόθεσμα στον στόχο.
«Θεωρούσαμε ότι η ΕΚΤ δεν έπρεπε να αυξήσει τα επιτόκια και, αν μη τι άλλο, η απόφασή της αποδυνάμωσε ακόμη περισσότερο τα επιχειρήματα υπέρ του ευρώ, λόγω των επιπτώσεων στην οικονομική ανάπτυξη», δήλωσε ο Τζεφ Γιου της BNY Mellon. «Αν και θεωρούμε πιθανή μια υποχώρηση κάτω από τα 1,10 δολάρια, δεν θα επιδιώκαμε επιθετικά να την ακολουθήσουμε», συμπλήρωσε.
Από την άλλη πλευρά, όσοι εξακολουθούν να εκτιμούν ότι η Fed δεν θα προχωρήσει τελικά σε νέα αύξηση επιτοκίων ή διατηρούν πιο θετική άποψη για τις προοπτικές της ευρωπαϊκής οικονομίας, εξακολουθούν να βλέπουν περιθώρια ενίσχυσης του ευρώ. Η Bank of America, για παράδειγμα, αναθεώρησε την πρόβλεψή της από τα 1,20 στα 1,15 δολάρια, διατηρώντας ωστόσο ουδέτερη στάση απέναντι στο ευρωπαϊκό νόμισμα.
Παρ’ όλα αυτά, οι αναλυτές που εξακολουθούν να προβλέπουν περαιτέρω άνοδο του ευρώ μειώνονται συνεχώς.
«Η ανοδική πορεία του ευρώ έχει σε μεγάλο βαθμό ολοκληρωθεί», δήλωσε ο Κιτ Τζάκες, επικεφαλής στρατηγικής συναλλάγματος της Societe Generale SA. «Δεν πιστεύω ότι μια ενεργειακή κρίση μπορεί ποτέ να είναι θετική για το ευρώ», πρόσθεσε, παραπέμποντας στο 2022, όταν η εκτίναξη του ενεργειακού κόστους μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία επιβάρυνε σημαντικά την οικονομία της Ευρωζώνης.


