Κανένα νέο επενδυτικό σχέδιο για την ίδρυση κεντρικών γραφείων επιχειρήσεων στην Ελλάδα δεν περιλαμβάνεται στην καταγραφή της EY για το 2025, παρά τη συνολική αύξηση των έργων άμεσων ξένων επενδύσεων στη χώρα. Το εύρημα αναδεικνύει ένα πεδίο στο οποίο η βελτιωμένη επενδυτική εικόνα δεν έχει αποκτήσει την ίδια δυναμική: την προσέλκυση λειτουργιών διοίκησης και λήψης επιχειρηματικών αποφάσεων.
Η EY Attractiveness Survey Ελλάδα 2026 καταγράφει, ταυτόχρονα, ενδιαφέρον για τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Από τους ερωτηθέντες που προέρχονται από επιχειρήσεις οι οποίες σχεδιάζουν επενδύσεις στην Ελλάδα μέσα στον επόμενο χρόνο, το 13% δηλώνει ότι αυτές θα αφορούν τη δημιουργία κεντρικών γραφείων.
Πρόκειται για επενδυτική πρόθεση που καταγράφηκε το 2026 και όχι για ολοκληρωμένα έργα ή δεσμευτικά σχέδια. Η αντιπαραβολή της με τα στοιχεία του 2025 αναδεικνύει τη δυνατότητα ανάπτυξης αυτής της δραστηριότητας, χωρίς να αποδεικνύει ότι συγκεκριμένες εξαγγελθείσες επενδύσεις ακυρώθηκαν.

Από το 5% στην απουσία νέων έργων
Η εικόνα του 2025 διαφέρει από εκείνη της προηγούμενης τριετίας. Κατά την περίοδο 2022–2024, τα κεντρικά γραφεία αντιπροσώπευαν κατά μέσο όρο το 5% των έργων ξένων επενδύσεων που κατέγραφε το European Investment Monitor στην Ελλάδα. Στο σύνολο της Ευρώπης, η αντίστοιχη συμμετοχή διαμορφώθηκε επίσης στο 5% το 2025.
Η απουσία νέων καταγεγραμμένων έργων στην Ελλάδα το τελευταίο έτος δεν σημαίνει ότι η χώρα δεν διαθέτει κεντρικά γραφεία διεθνών επιχειρήσεων. Αφορά αποκλειστικά τις νέες επενδύσεις της συγκεκριμένης κατηγορίας που εντόπισε η βάση της EY.
Επίσης, δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Σύμφωνα με την έρευνα, 27 από τις 47 χώρες που παρακολουθεί το European Investment Monitor δεν προσέλκυσαν ούτε μία σχετική επένδυση το 2025.
Στον αντίποδα, δύο χώρες συγκέντρωσαν το ήμισυ των ευρωπαϊκών έργων σε κεντρικά γραφεία: το Ηνωμένο Βασίλειο απέσπασε το 27% και η Γαλλία το 23%. Η κατανομή δείχνει πόσο συγκεντρωμένος είναι ο ανταγωνισμός για την εγκατάσταση τέτοιων λειτουργιών.
Γιατί έχουν μεγαλύτερη σημασία από ένα νέο κτίριο γραφείων
Η οικονομική αξία αυτών των επενδύσεων συνδέεται με τις δραστηριότητες που εγκαθίστανται στη χώρα και όχι μόνο με τις κτιριακές υποδομές.
Η EY επισημαίνει ότι τα περιφερειακά ή διεθνή κεντρικά γραφεία μπορούν να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας υψηλότερης παραγωγικότητας και αποδοχών από τον μέσο όρο, σε ένα ευρύ φάσμα ειδικοτήτων. Παράλληλα, μπορούν να συμβάλουν στην επιστροφή Ελλήνων του εξωτερικού και στην προσέλκυση καταρτισμένων ξένων εργαζομένων.
Το αποτύπωμα επεκτείνεται και σε άλλες επιχειρήσεις. Η λειτουργία τους δημιουργεί ζήτηση για νομικές, χρηματοοικονομικές, λογιστικές και συμβουλευτικές υπηρεσίες, καθώς και για συνεδριακές υποδομές.
Κατά την EY, οι στρατηγικές εταιρικές λειτουργίες είναι συνήθως πιο σταθερές και μπορούν να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα της οικονομίας, περιορίζοντας την εξάρτηση από την εποχική ζήτηση. Η παρουσία τους ενσωματώνει, επίσης, περισσότερο τη χώρα στα διεθνή δίκτυα επιχειρηματικών αποφάσεων και καινοτομίας.
Χαμηλότερη αξιολόγηση της πολιτικής προσέλκυσης
Η δυσκολία αποτυπώνεται και στις αντιλήψεις της επενδυτικής κοινότητας. Μόλις το 50% των συμμετεχόντων αξιολογεί ως καλή ή αρκετά καλή την πολιτική προσέλκυσης κεντρικών γραφείων το 2026, έναντι 51% το 2025 και 58% τα δύο προηγούμενα χρόνια.
Η αξιολόγηση αυτή τοποθετεί τη συγκεκριμένη πολιτική χαμηλά μεταξύ των επιμέρους πτυχών της επενδυτικής ελκυστικότητας που εξετάζει η έρευνα.
Το κρίσιμο ζήτημα, όπως το θέτει η EY, είναι η μετάβαση σε μια οικονομία από την οποία οι εταιρείες θα επιλέγουν να διοικούν ευρύτερες δραστηριότητές τους. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, η έκθεση προσδιορίζει πέντε προτεραιότητες.
Οι πέντε προϋποθέσεις
Πρώτη είναι η αξιοποίηση της γεωγραφικής θέσης, ώστε η Ελλάδα να λειτουργεί ως βάση πρόσβασης στις αγορές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου.
Δεύτερη, ο θεσμικός εκσυγχρονισμός: προβλέψιμο ρυθμιστικό πλαίσιο, αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, φορολογική σταθερότητα και ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης.
Τρίτη, μια ολοκληρωμένη στρατηγική για το ανθρώπινο δυναμικό, με εκπαίδευση, επανακατάρτιση, προσέλκυση της διασποράς, σύνδεση των πανεπιστημίων με τις επιχειρήσεις και διεθνή σχολεία.
Τέταρτη, οι υποδομές, ιδιαίτερα οι ψηφιακές και η αεροπορική σύνδεση με τις αγορές που θα εξυπηρετούν τα περιφερειακά γραφεία.
Πέμπτη, η ποιότητα ζωής για τα στελέχη και τις οικογένειές τους. Η EY περιλαμβάνει εδώ το σύστημα υγείας, τις συγκοινωνίες, την ασφάλεια, το αστικό περιβάλλον και τη στέγαση.
Η διεκδίκηση κεντρικών γραφείων απαιτεί, επομένως, ένα ευρύτερο σύνολο λειτουργικών προϋποθέσεων. Το ενδιαφέρον που καταγράφει η έρευνα προσφέρει μια αφετηρία. Η μετατροπή του σε νέες εγκαταστάσεις διοίκησης θα κρίνει αν η Ελλάδα μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερο ρόλο και στη λήψη των διεθνών επιχειρηματικών αποφάσεων.


