Του Κώστα Ράπτη
Η πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ, ήδη από την πρώτη προεδρική του θητεία, να προσχωρήσει σε μία πολιτική “μέγιστης πίεσης” έναντι του Ιράν προσέφερε, αντίθετα από τα προσδοκώμενα, στην Ισλαμική Δημοκρατία ένα “χαρτί” το οποίο δεν διέθετε προηγουμένως: τη συσσώρευση ενός αποθέματος ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού, το οποίο δεν επέτρεπε, όσο τηρούνταν, η διεθνής συμφωνία JCPOA του 2015.
Είναι τώρα αυτό το απόθεμα που η Τεχεράνη συγκατατίθεται, εκ του ασφαλούς, να θέσει στο επίκεντρο των υπό πακιστανο-καταριανή διαμεσολάβηση διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ, πάντα όμως στο πλαίσιο της γραμμής ότι δεν θα εγκαταλείψει το κυριαρχικό της δικαίωμα να συνεχίσει τις δραστηριότητες (ελεγχόμενου) εμπλουτισμού.
Η μοιραία επιλογή της δεύτερης προεδρικής θητείας Τραμπ για πολεμική αναμέτρηση με το Ιράν πρόσφερε αθέλητα στους αντιπάλους της Ουάσιγκτον άλλο ένα πλεονέκτημα, το οποίο θα είναι ακόμη λιγότερο πρόθυμοι να εγκαταλείψουν: τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ. Πρόκειται για ό,τι ο Ρώσος πρώην πρόεδρος Ντμίτρι Μεντβέντεφ αποκάλεσε “πραγματικό πυρηνικό όπλο” των Ιρανών, το οποίο, ακόμα και αν επέλθει εκτόνωση, δεν παύει να είναι ενεργό, διότι, όπως υπενθύμισε ο επικεφαλής της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας Φατίχ Μπιρόλ, “εφόσον έκλεισαν μία φορά τα στενά, μπορούν πάντα να ξανακλείσουν”.
Επιπλέον, το Ιράν διαθέτει πλέον μια νέα ηγεσία, διαπνεόμενη από μιαν αυτοπεποίθηση και μια διάθεση ανάληψης ρίσκου, πολύ διαφορετική από τον επιφυλακτικό πραγματισμό των δολοφονηθέντων αγιατολλάχ Αλί Χαμενεϊ και Αλί Λαριτζανί.
Η συμπεριφορά της ιρανικής αντιπροσωπείας στις συνομιλίες του Μπούργκενστοκ το εικονογραφεί αυτό χαρακτηριστικά. Οι Ιρανοί ιθύνοντες αποχώρησαν άμα τη προσελεύσει τους, τονίζοντας ότι οι απειλές που είχε εκτοξεύσει από διαδικτύου ο Ντόναλντ Τραμπ αποτελούν παραβίαση σχετικής ρητής πρόβλεψης του πρώτου άρθρου του “Μνημονίου του Ισλαμαμπάντ”. Ωστόσο, εκ των υστέρων πληροφορούμαστε ότι σε επίπεδο τεχνικών ομάδων στο Μπούργκενστοκ σημειώθηκε “ουσιαστική πρόοδος”.
Ο λόγος για τον οποίο χρειάστηκε να εκτοξεύσει απειλές ο Τραμπ ήταν (πέρα προφανώς από τη διαρκή μέριμνα υπεράσπισης της εικόνας του εαυτού του) η δράση της φιλοϊρανικής οργάνωσης Χεζμπολλάχ στον Λίβανο, όπου μόνο κατάπαυση του πυρός δεν επικρατεί με το Ισραήλ.
Και στην πραγματικότητα, αυτός είναι ο βαθύτερος λόγος που υπαγόρευσε όλα αυτά τα χρόνια την πολιτική “μέγιστης πίεσης” (την οποία παρεμπιπτόντως διατήρησε και ενίσχυσε στο ενδιάμεσο η κυβέρνηση Μπάιντεν): η ανάγκη να συρθεί το Ιράν σε υποχωρήσεις ως προς το “βαλλιστικό του πρόγραμμα” και την “περιφερειακή συμπεριφορά του”, ήτοι τον ανταγωνισμό του με το Ισραήλ. Η JCPOA κάλυπτε μόνο τις πυρηνικές φιλοδοξίες της Τεχεράνης, οι οποίες αποκαλύπτεται ότι ποτέ δεν ήσαν το μείζον ζήτημα.
Έχοντας διαπιστώσει ότι δεν διαθέτει στρατιωτικές λύσεις απέναντι στο Ιράν, ο Τραμπ παίζει το στοίχημα του οικονομικού στραγγαλισμού των αντιπάλων του, ενόσω ο ίδιος, αρκετά επιδέξια, κρατά με τις δηλώσεις και τις πρωτοβουλίες του υπό έλεγχο την αναταραχή στις διεθνείς αγορές.
Όπως όμως αντιστοιχεί σε πραγματικό chicken game, οι Ιρανοί παίζουν το αντίστροφο στοίχημα, υπολογίζοντας ότι σε λίγες εβδομάδες η οικονομική πίεση, και μάλιστα διεθνής, θα στραφεί εναντίον του ίδιου του Τραμπ.
Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι διατεθεμένοι να συναινέσουν σε μια συμφωνία, αν η προβλεπόμενη αλληλουχία ενεργειών τους ωθεί σε παραχωρήσεις δίχως εκ των προτέρων εξασφαλισμένα οικονομικά ανταλλάγματα.
Αλλά το πρόβλημα που μπορεί πραγματικά να “ανατινάξει” την προσπάθεια εξεύρεσης μιας διπλωματικής λύσης είναι πάντοτε ο Λίβανος.
Πρόκειται για την εικόνα ενός “αδύνατου τριγώνου”. Καμία ισραηλινή κυβέρνηση δεν θα αποδεχθεί (δίχως έξωθεν καταναγκασμό) μία λύση η οποία θα αφήνει όρθια την Χεζμπολλάχ. Αλλά και το Ιράν δεν πρόκειται να αποδεχθεί μία συμφωνία που θα αποσυνδέει τα μέτωπα του Λιβάνου και του Περσικού Κόλπου, διότι η σχέση του με τη Χεζμπολλάχ είναι στρατηγική και όχι εργαλειακή, αποτελώντας στοιχείο “προωθημένης αποτροπής” έναντι του Ισραήλ. Στην τρίτη πλευρά του τριγώνου, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν θα είχε καμία αντίρρηση να αποσυνδέσει τα μέτωπα, παρέχοντας ελευθερία κινήσεων στο Ισραήλ, αλλά δεν μοιάζει πρόθυμος να ρισκάρει για τον λόγο αυτό μια νέα μεγάλη ανάφλεξη στον Περσικό Κόλπο (και τις εκρηκτικές της οικονομικές επιπτώσεις).
Οι βολές που εξαπολύει εναντίον της κυβέρνησης Τραμπ ο αστερισμός των φίλων του Ισραήλ, καθώς και οι αυστηρές υπομνήσεις της πραγματικότητας με τις οποίες απάντησε ο αντιπρόεδρος Βανς, παραπέμπουν σε μία “ειδική σχέση” υπό δοκιμασία. Όπως ακριβώς συμβαίνει ήδη με τον έτερο πυλώνα της αμερικανοκεντρικής τάξης πραγμάτων στη Μέση Ανατολή, την οποία αργά αλλά σταθερά υπονομεύει το Ιράν, ήτοι τις αραβικές μοναρχίες – απρόθυμες πλέον για νέες περιπέτειες, αρνητικές στη σκέψη της εξομάλυνσης των σχέσεων με το Ισραήλ και όλο και πιο σκεπτικές για τα κόστη και τα οφέλη της αμερικανικής προστασίας.


