Το τραπεζικό funding στην Ελλάδα το 2026 διαμορφώνεται κάτω από ένα νέο, λιγότερο «ευνοϊκό» φόντο σε σχέση με τα προηγούμενα δύο χρόνια. Τα τελευταία επίσημα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος δείχνουν ότι το μέσο επιτόκιο των νέων καταθέσεων παρέμεινε αμετάβλητο στο 0,31% τον Δεκέμβριο του 2025, ενώ το αντίστοιχο επιτόκιο των νέων δανείων μειώθηκε στο 4,24%, με το spread (διαφορά δανείων–καταθέσεων) να υποχωρεί σε 3,93 ποσοστιαίες μονάδες. Παράλληλα, τα επιτόκια στα υφιστάμενα υπόλοιπα παραμένουν κοντά στο 0,31% για καταθέσεις και 4,60% για δάνεια.
Αυτά τα επίπεδα δείχνουν ότι η «εύκολη» ρευστότητα με πολύ φθηνό κόστος καταθέσεων αποτελεί παρελθόν – και αυτό έχει άμεσο αντίκτυπο στο funding. Με επιτόκια καταθέσεων που παραμένουν κοντά στο μηδέν για προϊόντα μίας ημέρας ή χαμηλά επίπεδα ακόμη και σε προθεσμιακές, η ελκυστικότητα των τραπεζικών προϊόντων σε σχέση με εναλλακτικές αποδόσεις παραμένει περιορισμένη.
Η «ήπια» αύξηση του κόστους χρήματος
Αν και η επιτοκιακή πολιτική παραμένει γενικά σταθερή στις καταθέσεις, η πραγματική εικόνα δείχνει ότι το κόστος χρήματος για τις τράπεζες αυξάνεται στην πράξη, επειδή οι αποδόσεις που ζητούν οι καταθέτες (σε προθεσμιακά προϊόντα μεγαλύτερης διάρκειας) δεν επιβραβεύουν επαρκώς τη διατήρηση ρευστότητας. Στο παρελθόν, με υψηλότερα επιτόκια καταθέσεων στην Ευρωζώνη, ελληνικές τράπεζες εμφανίζονταν με σημαντικό ταβάνι στις αποδόσεις – αλλά ακόμη και τότε παρέμεναν συνήθως χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Το πώς διαμορφώνονται οι αποδόσεις είναι κρίσιμο: καθώς το κόστος του χρήματος για την τράπεζα αυξάνεται, μειώνεται το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο (NIM), το οποίο παραμένει πυλώνας κερδοφορίας για τον τραπεζικό κλάδο.
Καταθέσεις σε νέα υψηλά – αλλά όχι χωρίς «ανησυχίες»
Τα στοιχεία για το σύνολο των καταθέσεων δείχνουν ότι οι συνολικές καταθέσεις του ελληνικού τραπεζικού συστήματος διατηρούν υψηλά επίπεδα. Σύμφωνα με δεδομένα, στο τέλος Νοεμβρίου 2025 οι συνολικές καταθέσεις ανήλθαν στα περίπου 278,7 δισ. δολάρια (περίπου €257 δισ. σε ισοτιμία), σημειώνοντας αύξηση σε μηνιαία βάση.
Αυτή η εικόνα αντανακλά τη σημαντική ρευστότητα που υπάρχει στο σύστημα μετά από χρόνια καθαρισμού ισολογισμών. Μετά από δεκαετίες υψηλού δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων και σημαντική απομόχλευση, η ελληνική τραπεζική έχει πλέον ένα από τα χαμηλότερα NPL ratios στην Ευρωζώνη (περίπου 3,6%, σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση).
Παρόλα αυτά, η εικόνα των καταθέσεων δεν είναι εντελώς «ήρεμη». Η χαμηλή απόδοση και η στασιμότητα των επιτοκίων αναγκάζουν πολλούς καταθέτες να σκέφτονται εναλλακτικές επενδύσεις εκτός τραπεζικού περιβάλλοντος – από κρατικά ομόλογα μέχρι αμοιβαία κεφάλαια – αυξάνοντας τον κίνδυνο ρευστότητας στο μέλλον.
Το funding mix και το loan-to-deposit ratio
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της ελληνικής τραπεζικής χρηματοδότησης είναι ο χαμηλός δείκτης δανείων προς καταθέσεις (loan-to-deposit ratio). Η λάμψη αυτού του δείκτη – περίπου 64% – εξακολουθεί να τοποθετεί το ελληνικό τραπεζικό σύστημα μεταξύ των χαμηλότερων σε επίπεδο Ευρώπης, αποτυπώνοντας την υπερβάλλουσα καταθετική ρευστότητα που δεν έχει ακόμη απορροφηθεί από πιστώσεις.
Ο δείκτης αυτός αντικατοπτρίζει μια βασική δομική πραγματικότητα: οι τράπεζες διαθέτουν μεγάλες καταθέσεις σε σχέση με τον όγκο των δανείων που χορηγούν. Αν και αυτό μειώνει την εξάρτηση από ακριβό εξωτερικό funding, ταυτόχρονα σημαίνει ότι οι τράπεζες δεν αξιοποιούν πλήρως τη ρευστότητά τους για πιστωτική επέκταση, με συνέπεια την πίεση στο spread και το μοντέλο κερδοφορίας.
Ανταγωνισμός για καταθέσεις σε περιβάλλον σταθερών επιτοκίων
Ενώ η αύξηση του επιτοκίου αναφοράς της ΕΚΤ (η deposit facility rate στο 2,00% από τον Ιούνιο του 2025) δεν μεταφέρεται πλήρως στις καταθέσεις των τραπεζών, επειδή τα ελληνικά επιτόκια παραμένουν πολύ χαμηλά, αυτό δημιουργεί μια μικρή αλλά σαφή τάση αναζήτησης καλύτερων αποδόσεων από τους καταθέτες.
Η πίεση αυτή αναγκάζει τις τράπεζες να μετακινηθούν από το απλό «προσφέρω ό,τι δίνουν οι άλλοι» σε πιο στοχευμένες στρατηγικές για την προσέλκυση και διατήρηση καταθετών, όπως:
- προϊόντα με μεγαλύτερη διάρκεια και premium αποδόσεις,
- συνδυαστικά προϊόντα (bundling) που συνδέουν καταθέσεις με επενδυτικές/ασφαλιστικές λύσεις,
- και ψηφιακές λύσεις για καταθέτες υψηλού δείκτη ενεργοποίησης.
Συνέπειες για τη συνολική τραπεζική κερδοφορία
Σε αυτό το περιβάλλον, το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο (NIM) αποτελεί κρίσιμο δείκτη. Τα στοιχεία δείχνουν μείωση ή σταθεροποίηση των spreads σε νέα επίπεδα, αντανακλώντας το φαινόμενο της εξομάλυνσης μετά την περίοδο των υψηλών επιτοκίων.
Αντίστοιχα, τα έσοδα από προμήθειες και άλλες μη-επιτοκιακές πηγές αυξάνονται σε σημασία, ως συμπλήρωμα των παραδοσιακών εσόδων από επιτοκιακές διαφορές. Αυτή η μετατόπιση δεν είναι μόνο σύμπτωση – αποτελεί στρατηγική επιλογή των τραπεζών για να διατηρήσουν κερδοφορία σε ένα περιβάλλον όπου δεν μπορούν να βασιστούν αποκλειστικά στο funding spread.
Τι δείχνουν οι επόμενοι μήνες
Η σταθερότητα στο επιτοκιακό περιβάλλον δεν σημαίνει απαραίτητα στασιμότητα. Αντιθέτως, αναδεικνύει την ανάγκη για πιο δυναμική και προσαρμοσμένη διαχείριση του funding. Η αγορά θα παρακολουθεί με προσοχή:
- αν τα διαχειριστικά εργαλεία των τραπεζών (προϊόντα καταθέσεων, bundling, ψηφιακά κανάλια) θα αυξήσουν τη βάση των σταθερών καταθέσεων,
- αν οι πιέσεις των καταθετών για υψηλότερες αποδόσεις θα οδηγήσουν σε αύξηση του κόστους μόχλευσης,
- και αν η στρατηγική funding θα ενσωματώσει περισσότερο τη διαφοροποίηση με εργαλεία αγοράς (όπως covered bonds).
Συμπέρασμα
Η εικόνα των επιτοκίων και των καταθέσεων το 2026 δείχνει ένα τραπεζικό σύστημα που μεταβαίνει από μια εποχή εύκολης κερδοφορίας σε μια πιο απαιτητική φάση ενεργητικής χρηματοοικονομικής διαχείρισης. Οι τράπεζες δεν αντιμετωπίζουν πλέον απλώς μια σταθεροποίηση επιτοκίων· αντιμετωπίζουν την ανάγκη να εξισορροπήσουν κόστος, ανταγωνισμό και ρευστότητα για να διατηρήσουν βιώσιμο μοντέλο κερδοφορίας.
Το funding δεν είναι πλέον «δεδομένο». Είναι το επόμενο μεγάλο τεστ για την ελληνική τραπεζική.


