Η νέα εποχή δημοσιονομικής κυριαρχίας: Παγκόσμια πίεση στις κεντρικές τράπεζες για τεχνητά χαμηλά επιτόκια»

Οι κυβερνήσεις πνίγονται στο χρέος και στρέφονται στις κεντρικές τράπεζες για βοήθεια – Μια νέα διελκυστίνδα εξουσίας που απειλεί την ανεξαρτησία της νομισματικής πολιτικής σε ΗΠΑ, Ευρώπη και Ιαπωνία.

0
86
Οι κυβερνήσεις πνίγονται στο χρέος και στρέφονται στις κεντρικές τράπεζες για βοήθεια – Μια νέα διελκυστίνδα εξουσίας που απειλεί την ανεξαρτησία της νομισματικής πολιτικής σε ΗΠΑ, Ευρώπη και Ιαπωνία.


Σε μια περίοδο κατά την οποία το παγκόσμιο δημόσιο χρέος εκτοξεύεται σε ιστορικά υψηλά και το κόστος δανεισμού αυξάνεται δραματικά, η ισορροπία δυνάμεων μεταξύ κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών αλλάζει ριζικά. Αναλυτές, οικονομολόγοι και επενδυτές προειδοποιούν πως οι μεγάλες οικονομίες του πλανήτη εισέρχονται σε μια νέα εποχή: την εποχή της «δημοσιονομικής κυριαρχίας», όπου οι πολιτικές πιέσεις αντικαθιστούν την ανεξαρτησία της νομισματικής πολιτικής.

Ο όρος, που ανασύρεται πλέον όλο και πιο συχνά από τη δεκαετία του ’70, περιγράφει την κατάσταση στην οποία οι κυβερνήσεις –αντιμέτωπες με ογκώδη χρέη και πολιτικές υποχρεώσεις– επεμβαίνουν ενεργά στη νομισματική πολιτική, απαιτώντας από τις κεντρικές τράπεζες να διατηρούν τα επιτόκια σε χαμηλά επίπεδα, ακόμα και αν αυτό έρχεται σε αντίθεση με τους στόχους για τον πληθωρισμό ή τη σταθερότητα του νομίσματος.


ΗΠΑ: Πολιτικός έλεγχος στη Fed;

Η πιο χαρακτηριστική και ανησυχητική εξέλιξη εντοπίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου ο Ντόναλντ Τραμπ, προετοιμάζοντας το πολιτικό του comeback, ασκεί ισχυρή πίεση στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Fed) να μειώσει τα επιτόκια, επικαλούμενος την ανάγκη μείωσης του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους.

Παρά τα επίσημα όρια ανεξαρτησίας της Fed, η αγορά «διαβάζει» τις πολιτικές πιέσεις: το χάσμα μεταξύ των αποδόσεων των διετών και των 30ετών αμερικανικών ομολόγων βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο από το 2022. Οι επενδυτές στοιχηματίζουν πως, ακόμα και αν ο πληθωρισμός επιμένει, τα επιτόκια θα παραμείνουν χαμηλότερα απ’ ό,τι επιτάσσουν οι οικονομικές συνθήκες – όχι λόγω οικονομικής στρατηγικής, αλλά πολιτικής σκοπιμότητας.

Ενδεικτική είναι και η προσωρινή τοποθέτηση του Στίβεν Μίραν, συμβούλου του Λευκού Οίκου, στο διοικητικό συμβούλιο της Fed – ένας διορισμός που ερμηνεύεται από την αγορά ως προσπάθεια του Τραμπ να αποκτήσει έλεγχο στην Τράπεζα. «Ο κίνδυνος δημοσιονομικής κυριαρχίας στις ΗΠΑ αυξάνεται», δηλώνει χαρακτηριστικά ο Τρέβορ Γκρίνθαμ, επικεφαλής επενδύσεων της Royal London Asset Management.


Βρετανία: Η Τράπεζα της Αγγλίας στη μέγγενη

Στη Βρετανία, η κατάσταση είναι λιγότερο θορυβώδης, αλλά εξίσου κρίσιμη. Το Λονδίνο αντιμετωπίζει υψηλό πληθωρισμό, αυξανόμενο δημόσιο χρέος και μια πολιτική ηγεσία που σχεδιάζει νέες δημοσιονομικές δαπάνες – την ώρα που η Τράπεζα της Αγγλίας προσπαθεί να περιορίσει το πρόγραμμα ποσοτικής σύσφιγξης.

«Εάν οι συνθήκες της αγοράς επιδεινωθούν λόγω της κυβερνητικής πολιτικής, η Τράπεζα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπακούει ή προσαρμόζεται στη δημοσιονομική στρατηγική», προειδοποιεί ο Mahmood Pradhan της Amundi. Όμως, η αγορά φοβάται πως αυτό ακριβώς συμβαίνει.


Γερμανία: Το τέλος της λιτότητας φέρνει… επιτόκια

Ακόμα και στη Γερμανία, την παραδοσιακή προπύργια της δημοσιονομικής πειθαρχίας, οι αποδόσεις των 30ετών ομολόγων ξεπέρασαν το 3% – για πρώτη φορά από το 2011. Αιτία, τα φιλόδοξα σχέδια της κυβέρνησης να αυξήσει τον δανεισμό για επενδύσεις στις υποδομές και την άμυνα. Η μεταστροφή αυτή σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής λιτότητας και την είσοδο σε μια περίοδο έντονης δημοσιονομικής επέκτασης.

Οι αγορές ανησυχούν ότι το βάρος του χρέους και η ανάγκη για φθηνό δανεισμό θα οδηγήσουν τη Γερμανία –και κατά συνέπεια την ΕΚΤ– σε πιο ήπια νομισματική στάση, ανεξάρτητα από τον πληθωρισμό.


Παγκόσμια εικόνα: Το χρέος ξεπερνά κάθε προηγούμενο

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, ο κρατικός δανεισμός στις χώρες υψηλού εισοδήματος αναμένεται να αγγίξει φέτος τα 17 τρισεκατομμύρια δολάρια, από 16 τρισ. το 2024 και 14 τρισ. το 2023. Η τάση είναι ανοδική και, όπως φαίνεται, δύσκολα θα ανακοπεί χωρίς πολιτικό κόστος.

Οι κεντρικές τράπεζες, μετά από χρόνια ποσοτικής χαλάρωσης, επιχειρούν να επιστρέψουν σε ένα πιο «κανονικό» περιβάλλον. Όμως το κόστος αυτής της μετάβασης –τόσο πολιτικό όσο και χρηματοοικονομικό– αποδεικνύεται δυσβάσταχτο. Πολλές κυβερνήσεις ήδη αναζητούν τρόπους να μειώσουν το μέγεθος των επιπτώσεων, παρεμβαίνοντας στη νομισματική στρατηγική ή καθυστερώντας τις προγραμματισμένες αυστηροποιήσεις.


Ο κίνδυνος της «σπείρας χρέους» και η σκιά του λαϊκισμού

Ο γνωστός επενδυτής Ρέι Ντάλιο προειδοποιεί ότι αν συνεχιστεί αυτή η πορεία, πολλές χώρες θα βρεθούν σε μια «σπείρα θανάτου χρέους»: η ανάγκη για περισσότερο δανεισμό οδηγεί σε αυξημένα επιτόκια, που με τη σειρά τους απαιτούν νέες εκδόσεις χρέους, δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο.

Σε αυτό το σενάριο, οι κεντρικές τράπεζες θα εξαναγκαστούν να επιστρέψουν στο τύπωμα χρήματος, αγοράζοντας κρατικά ομόλογα για να απορροφήσουν την πίεση – κίνηση που θα υπονομεύσει περαιτέρω την αξία των νομισμάτων τους. «Αν οι αποδόσεις ανέβουν υπερβολικά, οι κεντρικές τράπεζες θα επέμβουν, κάτι που θα μειώσει την αξία του χρήματος», δηλώνει χαρακτηριστικά.

Ο Ντάλιο προειδοποιεί επίσης για υποτίμηση των «βασικών αποθεματικών νομισμάτων» –όπως το δολάριο και το ευρώ– έναντι του χρυσού, ο οποίος ήδη βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά, καθώς οι επενδυτές αναζητούν ασφαλή καταφύγια απέναντι στην νομισματική αστάθεια.


Το στοίχημα για το μέλλον της ανεξαρτησίας

Η μετάβαση από την εποχή της νομισματικής κυριαρχίας στην εποχή της δημοσιονομικής κυριαρχίας ενδέχεται να είναι η πιο κρίσιμη πρόκληση για τις ανεπτυγμένες οικονομίες τις επόμενες δεκαετίες.

Οι κυβερνήσεις καλούνται να σταθεροποιήσουν τα δημόσια οικονομικά χωρίς να υπονομεύσουν τη νομισματική αξιοπιστία. Από την άλλη, οι κεντρικές τράπεζες οφείλουν να υπερα