
Οι μετοχές καταγράφουν σημαντικές απώλειες τη Δευτέρα 2/3, μετά τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν το Σαββατοκύριακο, γεγονός που εκτόξευσε τις τιμές του πετρελαίου και πρόσθεσε ακόμη έναν παράγοντα αστάθειας στη Μέση Ανατολή, σε μια περίοδο ήδη αυξημένων ανησυχιών για τους επενδυτές.
Στο πλαίσιο αυτό το μεσημέρι της Δευτέρας, ο Dow Jones Industrial Average υποχωρεί κατά 392 μονάδες ή 0,80% στις 48.,585,68 μονάδες. Ο S&P 500 σημειώνει πτώση 0,54% στις 6.841,80 μονάδες, ενώ τα futures του Nasdaq Composite καταγράφουν απώλειες 0,46% στις 22.559,09 μονάδες.
Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του χρυσού ενισχύονται κατά 2%, καθώς οι επενδυτές στράφηκαν στο παραδοσιακό «ασφαλές καταφύγιο». Ο δείκτης μεταβλητότητας CBOE (VIX), γνωστός και ως «δείκτης φόβου» της Wall Street, εκτινάχθηκε στα υψηλότερα επίπεδα του 2026 μέχρι σήμερα.
Οι κοινές αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο του Ανώτατου Ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, σε μια εξέλιξη που χαρακτηρίζεται ορόσημο για την Ισλαμική Δημοκρατία και μία από τις πιο καθοριστικές στιγμές της από το 1979. Ιρανοί αξιωματούχοι δεσμεύτηκαν για σκληρά αντίποινα, εντείνοντας τους φόβους για περαιτέρω κλιμάκωση στην περιοχή, ενώ εκρήξεις ακούστηκαν σε πόλεις όπως το Ντουμπάι και το Αμπού Ντάμπι.
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στο CNBC ότι οι αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Ιράν «προχωρούν ταχύτερα από το χρονοδιάγραμμα», ωστόσο οι επενδυτές παραμένουν ανήσυχοι για το ενδεχόμενο παρατεταμένης σύγκρουσης.
«Ο κίνδυνος ενός διαρκούς πολέμου είναι υψηλότερος σε σχέση με το 2024 ή το 2025, αν και δεν εκτιμούμε ότι η σύγκρουση θα κλιμακωθεί σε βαθμό που να αλλάξει ριζικά τις προοπτικές των ΗΠΑ», ανέφερε ο Ajay Rajadhyaksha της Barclays, προσθέτοντας ότι «είναι πολύ νωρίς για αγορές στη διόρθωση, ειδικά όταν οι επενδυτές έχουν συνηθίσει σε γρήγορες αποκλιμακώσεις».
Οι τιμές του αμερικανικού αργού πετρελαίου αυξήθηκαν κατά 7%, καθώς ενισχύθηκαν οι ανησυχίες ότι η ένταση θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ευρύτερο πόλεμο που θα διαταράξει την προσφορά. Το Ιράν είναι ο τέταρτος μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου στον ΟΠΕΚ.
Η πορεία της αγοράς πετρελαίου ενδέχεται να εξαρτηθεί από το εάν οι συγκρούσεις επηρεάσουν τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, το σημαντικότερο «σημείο συμφόρησης» παγκοσμίως για τη διακίνηση αργού. Μια παρατεταμένη διακοπή εκεί θα μπορούσε να προκαλέσει αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας και να αναζωπυρώσει τις πληθωριστικές πιέσεις.
«Η ευρύτερη αβεβαιότητα επιβαρύνει το επενδυτικό κλίμα και επηρεάζει αρνητικά τα ριψοκίνδυνα περιουσιακά στοιχεία διεθνώς», δήλωσε ο Adam Hetts της Janus Henderson. «Σε παρατεταμένη περίοδο αβεβαιότητας, η άνοδος των τιμών πετρελαίου μπορεί να πυροδοτήσει νέο παγκόσμιο πληθωριστικό φόβο».
Στον αντίποδα, οι μετοχές της Northrop Grumman ενισχύθηκαν κατά 3% μετά τις επιθέσεις, ενώ οι Lockheed Martin και RTX κατέγραψαν άνοδο 4%. Οι ενεργειακές μετοχές, όπως Exxon Mobil και Chevron, σημείωσαν κέρδη 3% και 1% αντίστοιχα.
Ωστόσο, το κλίμα αποστροφής ρίσκου οδήγησε τη συντριπτική πλειονότητα των μετοχών χαμηλότερα, με τον τεχνολογικό και τραπεζικό κλάδο να ηγούνται των απωλειών. Η Broadcom υποχώρησε, συμπαρασύροντας τον κλάδο των ημιαγωγών, ενώ πτώση κατέγραψαν επίσης οι Amazon και Alphabet, καθώς και οι Morgan Stanley και Goldman Sachs.
Η γεωπολιτική κλιμάκωση έρχεται να προστεθεί σε ένα ήδη εύθραυστο περιβάλλον για τις αγορές. Ο S&P 500 είχε υποχωρήσει και την Παρασκευή, κλείνοντας τον Φεβρουάριο με απώλειες εν μέσω αναταράξεων σε μετοχές τεχνητής νοημοσύνης και λογισμικού.
Οι φόβοι ότι η αυτοματοποίηση ενδέχεται να διαβρώσει επιχειρηματικά μοντέλα και να προκαλέσει αυξανόμενες απολύσεις έχουν επιβαρύνει το κλίμα, ενισχύοντας τις ανησυχίες για επιπτώσεις στην ευρύτερη οικονομία.
«Συνολικά, αναμένουμε βραχυπρόθεσμο αντίκτυπο, αλλά δεν μπορούμε να αποκλείσουμε πιο παρατεταμένη πίεση στις μετοχές», ανέφεραν στρατηγικοί αναλυτές της Citi, σημειώνοντας ότι το νέο κύμα μεταβλητότητας προστίθεται σε έναν αυξανόμενο κατάλογο ανησυχιών. «Η επενδυτική άνθηση στην τεχνητή νοημοσύνη φαίνεται να συνεχίζεται, ωστόσο η υπόσχεση για αύξηση της παραγωγικότητας συγκρούεται όλο και περισσότερο με την ανατροπή επιχειρηματικών μοντέλων που προκαλεί η ίδια η τεχνητή νοημοσύνη».


