Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα εισέρχεται στο 2026 με χαρακτηριστικά που, υπό άλλες συνθήκες, θα αποτελούσαν προάγγελο ενός κύκλου εξαγορών και συγχωνεύσεων. Οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας βρίσκονται σε επίπεδα σαφώς υψηλότερα των ελάχιστων εποπτικών απαιτήσεων, οι δείκτες μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων έχουν υποχωρήσει κοντά ή κάτω από το 4% και η κερδοφορία κινείται σε ιστορικά υψηλά.
Ενδεικτικά, οι συστημικές τράπεζες εμφανίζουν CET1 άνω του 14%–15%, με κεφαλαιακά «μαξιλάρια» αρκετών δισ. ευρώ πάνω από τις απαιτήσεις του SREP. Παράλληλα, το loan-to-deposit ratio παραμένει κοντά στο 60%–65%, ένα από τα χαμηλότερα στην Ευρωζώνη, στοιχείο που αποτυπώνει πλεονάζουσα ρευστότητα.
Κι όμως, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές αγορές, δεν παρατηρείται ουσιαστικό κύμα τραπεζικών εξαγορών. Αντίθετα, το πλεόνασμα κεφαλαίων διοχετεύεται κυρίως σε μερίσματα και αγορές ιδίων μετοχών, επιλογές που ενισχύουν βραχυπρόθεσμα την απόδοση για τους μετόχους, αλλά δεν αυξάνουν το αποτύπωμα των τραπεζών.
Η αριθμητική πίσω από την «αδράνεια»
Η συνολική εικόνα εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη στάση των διοικήσεων. Τα τελευταία δύο χρόνια, οι ελληνικές τράπεζες έχουν δημιουργήσει σωρευτικά κέρδη άνω των 10 δισ. ευρώ, με RoE που σε αρκετές περιπτώσεις ξεπέρασε το 12%–14%. Με αυτά τα δεδομένα, η πίεση από τους επενδυτές για επιστροφή κεφαλαίου είναι έντονη.
Ταυτόχρονα, οι αποτιμήσεις στο ταμπλό, αν και βελτιωμένες, εξακολουθούν να κινούνται σε 0,9–1,1 φορές τη λογιστική αξία, επίπεδα που οι διοικήσεις θεωρούν συχνά χαμηλότερα από την «εσωτερική» αξία των ομίλων τους. Σε αυτό το πλαίσιο, το buyback εμφανίζεται ως πιο ελκυστική χρήση κεφαλαίου σε σχέση με μια εξαγορά αβέβαιης απόδοσης.
Ο ρόλος της εποπτείας και το μάθημα της κρίσης
Ένας δεύτερος, λιγότερο ορατός αλλά καθοριστικός παράγοντας είναι η εποπτική κουλτούρα που έχει διαμορφωθεί μετά την κρίση. Η αυστηρή γραμμή του Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός απέναντι σε εξαγορές που αυξάνουν τον κίνδυνο ή μειώνουν τους κεφαλαιακούς δείκτες λειτουργεί αποτρεπτικά.
Σε αντίθεση με την προ κρίσης περίοδο, όπου οι επεκτάσεις θεωρούνταν σχεδόν αυτονόητες, σήμερα κάθε M&A κίνηση περνά από λεπτομερή αξιολόγηση: επίδραση στο CET1, ποιότητα ενεργητικού, ικανότητα ενσωμάτωσης, ακόμη και γεωπολιτικός κίνδυνος. Για τράπεζες που μόλις πριν λίγα χρόνια πάλευαν με διψήφια NPLs, η απώλεια εποπτικής εμπιστοσύνης θεωρείται μεγαλύτερο ρίσκο από τη στασιμότητα.
Η σύγκριση με το εξωτερικό
Η ελληνική «ακινησία» έρχεται σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές. Στην Ισπανία και την Ιταλία, οι τράπεζες αξιοποιούν την κλίμακα για να ενισχύσουν αποδοτικότητα και μερίδια αγοράς, ενώ στη Βόρεια Ευρώπη παρατηρείται σταδιακή διασυνοριακή κινητικότητα, κυρίως σε niches όπως wealth management και ψηφιακές πλατφόρμες.
Ενδεικτικά, μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες πραγματοποιούν εξαγορές με στόχο συνέργειες κόστους 5%–10% του λειτουργικού τους προϋπολογισμού, στοιχείο που δικαιολογεί τη χρήση κεφαλαίου. Στην Ελλάδα, όπου η αγορά είναι μικρότερη και ήδη συγκεντρωμένη, τέτοιες συνέργειες είναι δυσκολότερο να επιτευχθούν χωρίς υπέρβαση κινδύνου.
Το πρόβλημα της κλίμακας και η ελληνική ιδιαιτερότητα
Παρά την ισχυρή θέση τους, οι ελληνικές τράπεζες παραμένουν μικρές σε ευρωπαϊκούς όρους. Το συνολικό ενεργητικό τους υστερεί σημαντικά σε σχέση με μεγάλους ομίλους της Ευρωζώνης, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα επιθετικών κινήσεων στο εξωτερικό.
Ταυτόχρονα, στο εσωτερικό δεν υπάρχουν εύκολοι στόχοι. Η αγορά είναι ήδη συγκεντρωμένη, ενώ οι μικρότεροι παίκτες είτε δεν προσφέρουν κρίσιμη μάζα είτε απαιτούν δυσανάλογο κεφάλαιο για να ενσωματωθούν. Έτσι, το M&A μετατρέπεται από προφανή λύση σε σύνθετο στοίχημα.
Γιατί προτιμάται η επιστροφή κεφαλαίου
Σε αυτό το περιβάλλον, η επιλογή μερισμάτων και buybacks δεν είναι ένδειξη έλλειψης στρατηγικής, αλλά συνειδητή στάθμιση κινδύνου-απόδοσης. Με κόστος ιδίων κεφαλαίων γύρω στο 10%, μια εξαγορά που δεν εγγυάται άμεσα απόδοση άνω αυτού του ορίου θεωρείται μη ελκυστική.
Αντίθετα, η επιστροφή κεφαλαίου βελτιώνει δείκτες ανά μετοχή, στηρίζει την αποτίμηση και διατηρεί ευελιξία για το μέλλον. Πρόκειται για επιλογή που ευθυγραμμίζεται με τις προσδοκίες των επενδυτών σε μια αγορά που εξακολουθεί να αποτιμά προσεκτικά το τραπεζικό ρίσκο.
Τι θα μπορούσε να αλλάξει την εικόνα
Η στάση αυτή δεν είναι απαραίτητα μόνιμη. Ένα νέο κύμα M&A θα μπορούσε να προκύψει αν συντρέξουν τρεις προϋποθέσεις:
- περαιτέρω ενίσχυση των κεφαλαιακών δεικτών,
- πιο ελκυστικές αποτιμήσεις στόχων στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό,
- σαφέστερο σήμα από την εποπτεία ότι στηρίζει κινήσεις κλίμακας.
Μέχρι τότε, οι ελληνικές τράπεζες φαίνεται να επιλέγουν τη σιγουριά έναντι της επέκτασης.
Συμπέρασμα
Το γεγονός ότι τα κεφάλαια περισσεύουν αλλά οι εξαγορές απουσιάζουν δεν αποτελεί αντίφαση, αλλά αντανάκλαση της εμπειρίας της προηγούμενης δεκαετίας. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν περάσει από τη φάση της επιβίωσης στη φάση της πειθαρχημένης διαχείρισης.
Σε αντίθεση με την Ευρώπη, όπου το M&A επανέρχεται ως εργαλείο στρατηγικής, στην Ελλάδα κυριαρχεί ακόμη η λογική της προσεκτικής κεφαλαιακής πολιτικής. Το αν αυτή η στάση θα μετατραπεί σε χαμένη ευκαιρία ή σε πλεονέκτημα σταθερότητας θα κριθεί στα επόμενα χρόνια, καθώς το τραπεζικό περιβάλλον θα γίνεται ολοένα και πιο απαιτητικό.


