Ο πόλεμος στο Ιράν αναζωπυρώνει τις πληθωριστικές πιέσεις, αλλά η αύξηση επιτοκίων ενέχει κινδύνους που οι αγορές υποτιμούν ακόμα
Οι κεντρικές τράπεζες της Δύσης βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα δίλημμα χωρίς εύκολη διέξοδο: να καταπολεμήσουν τον αναδυόμενο πληθωρισμό που τροφοδοτεί ο πόλεμος στο Ιράν ή να αποφύγουν μια αύξηση επιτοκίων που θα μπορούσε να πυροδοτήσει χρηματοπιστωτική αστάθεια και κοινωνικά αβάσταχτη ύφεση. Αυτή είναι η κρίσιμη διαπίστωση που θέτει ο William White, πρώην επικεφαλής του νομισματικού και οικονομικού τμήματος της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS) και σήμερα μέλος του συμβουλευτικού σώματος του OMFIF, σε ανάλυσή του που δημοσιεύτηκε στις 18 Μαρτίου 2026.
Η παγίδα δύο δεκαετιών
Το υπόβαθρο στο οποίο εκτυλίσσεται η νέα κρίση δεν είναι τυχαίο. Σύμφωνα με τον White, είκοσι με τριάντα χρόνια υπερβολικά χαλαρής νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής έχουν αφήσει πίσω τους δύο βαθιά διαρθρωτικά προβλήματα: τη χρηματοπιστωτική κυριαρχία και τη δημοσιονομική κυριαρχία.
Η πρώτη αφορά στη μαζική συσσώρευση ιδιωτικού χρέους — όχι μόνο περισσότερου χρέους, αλλά χαμηλότερης ποιότητας — και στη διεύρυνση της παροχής πίστωσης από οντότητες εκτός του ρυθμιζόμενου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Σε αυτό το περιβάλλον, η σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής δεν αντιμετωπίζει μόνο τον πληθωρισμό — θέτει σε κίνδυνο τη συνοχή ολόκληρου του χρηματοπιστωτικού οικοδομήματος.
Η δεύτερη — δημοσιονομική κυριαρχία — είναι ίσως ακόμα πιο ανησυχητική. Σε αρκετές χώρες, οι τόκοι εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους έχουν γίνει τόσο βραχυπρόθεσμοι και ογκώδεις, ώστε η αύξηση επιτοκίων να γεννά εύλογες ανησυχίες για μελλοντική νομισματοποίηση του χρέους — δηλαδή, κεντρικές τράπεζες να χρηματοδοτούν εμμέσως κρατικές δαπάνες. Ο κίνδυνος αυτός ενισχύεται από το γεγονός ότι τα ισολογιστικά χαρτοφυλάκια των κεντρικών τραπεζών διογκώθηκαν κατά την πανδημία σε επίπεδα ανάλογα με αυτά που διόγκωναν οι κυβερνήσεις τα ελλείμματά τους.
Αποτέλεσμα: τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια μεν υποχώρησαν μετά το τέλος της πανδημίας, αλλά τα μακροπρόθεσμα επιτόκια ανέβηκαν — μια σπάνια και ανησυχητική ανωμαλία στις αγορές ομολόγων.
Ο πόλεμος του Ιράν ως καταλύτης
Πάνω σε αυτή την ήδη εύθραυστη βάση, ο πόλεμος στο Ιράν επενεργεί ως ένα νέο, ισχυρό αρνητικό σοκ από την πλευρά της προσφοράς. Ο White είναι κατηγορηματικός: ο πόλεμος δεν πρόκειται να τελειώσει σύντομα. Η ιρανική στρατηγική, όπως την αναλύει, είναι η παρατεταμένη σύγκρουση με κατανεμημένες επιπτώσεις — ακριβώς το αντίθετο από αυτό που επιθυμεί η Ουάσινγκτον.
Η συνέπεια είναι ότι ο πληθωρισμός ενδέχεται να αποδειχθεί πολύ υψηλότερος από τις τρέχουσες προβλέψεις. Και αυτό εκτυλίσσεται σε ένα περιβάλλον όπου οι ίδιες οι δυνάμεις που συγκρατούσαν τις τιμές για είκοσι χρόνια — ευνοϊκά δημογραφικά, αποπληθωριστική παγκοσμιοποίηση, αποδοτικές αλυσίδες εφοδιασμού, το «ειρηνικό μέρισμα» των μειωμένων αμυντικών δαπανών — έχουν ήδη αντιστραφεί. «Περνάμε από μια εποχή αφθονίας σε μια εποχή σπανιότητας», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Ταυτόχρονα, η ζήτηση για επενδύσεις σε ασφάλεια και κλιματική μετάβαση στις μεγάλες ανεπτυγμένες οικονομίες επιστρέφει στο εσωτερικό τους, ασκώντας πιέσεις στο κόστος. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα που εγγενώς κινείται προς στασιμοπληθωρισμό — συνδυασμό δηλαδή υψηλού πληθωρισμού και αναιμικής ανάπτυξης.
Η ψυχολογία ενός σημείου καμπής
Το πιο διεισδυτικό επιχείρημα του White είναι ψυχολογικό. Η αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής εξαρτάται από ένα συλλογικό αφήγημα: αρκεί οι αγορές και τα νοικοκυριά να πιστεύουν ότι τα υψηλότερα επιτόκια θα δαμάσουν τον πληθωρισμό, η στρατηγική λειτουργεί. Όταν όμως αυτή η πεποίθηση σπάσει — όταν γίνει εμφανές ότι η αύξηση επιτοκίων απλώς αυξάνει την εξάρτηση από τις κεντρικές τράπεζες ως δανειστές έσχατης ανάγκης — τότε η νομισματική πολιτική μετατρέπεται από αντίδοτο σε επιταχυντή πληθωρισμού.
Σε αυτό το σενάριο, οι «ανεξάρτητες» κεντρικές τράπεζες δεν θα μπορούν να επιλύσουν μόνες τους το δίλημμα. Χωρίς σημαντική δημοσιονομική εξυγίανση — μείωση δηλαδή ελλειμμάτων και χρέους — το πιθανότερο αποτέλεσμα είναι σημαντικά υψηλότερος πληθωρισμός.
Τι σημαίνει αυτό για τις αγορές
Το μεγάλο ερώτημα είναι γιατί οι αγορές δεν έχουν ακόμα πανικοβληθεί. Τα μακροπρόθεσμα επιτόκια ανέβηκαν, αλλά όχι δραματικά. Ο White υπονοεί ότι η αγορά βρίσκεται ακόμα στη «φάση εμπιστοσύνης» — ότι ακόμη πιστεύει πως η νομισματική πολιτική θα αρκέσει. Η στροφή σε αυτή την εμπιστοσύνη, αν και αβέβαιη ως προς τον χρόνο, θα μπορούσε να αποδειχθεί απότομη και αποσταθεροποιητική.
Για τον τραπεζικό κλάδο, οι επιπτώσεις είναι πολλαπλές: πίεση στα χαρτοφυλάκια ομολόγων, αυξημένος κίνδυνος εξυπηρέτησης εταιρικού χρέους, αβεβαιότητα για το προφίλ επιτοκίων με ό,τι αυτό σημαίνει για τα καθαρά έσοδα τόκων και τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας. Η ανάλυση του White δεν είναι απλώς μακροοικονομική θεωρία — είναι μια προειδοποίηση για ένα σύστημα που μπορεί να φτάσει στα όριά του χωρίς σχεδόν καμία προειδοποίηση.
Ο William White είναι Senior Fellow στο CD Howe Institute και μέλος του συμβουλευτικού σώματος του OMFIF. Υπήρξε επικεφαλής του Νομισματικού και Οικονομικού Τμήματος της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS) από το 1995 έως το 2008. Το άρθρο βασίζεται στις τοποθετήσεις του σε στρογγυλό τραπέζι του OMFIF για τον πόλεμο στο Ιράν, στις 16 Μαρτίου 2026.


