Καθώς οι πολεμικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή αναδιαμορφώνουν το μακροοικονομικό σκηνικό, οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται σε ένα σταυροδρόμι: από τη μία, νέες ευκαιρίες από πιθανή ανατροπή του κύκλου των επιτοκίων· από την άλλη, απειλές που έρχονται από μακριά αλλά φτάνουν κοντά — πολύ κοντά.
Η Μέση Ανατολή φλέγεται και οι αγορές το νιώθουν. Μετά την κλιμάκωση των επιχειρήσεων ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν, τα πλοία στον Περσικό Κόλπο και τα Στενά του Ορμούζ μετρούν πλέον τις επιθέσεις ανά εβδομάδα, οι τιμές ενέργειας αναβράζουν και η ΕΚΤ βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα που θύμιζε πολύ την εποχή του 2022: να κόψει τα επιτόκια όπως απαιτεί η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, ή να τα ανεβάσει ξανά αν η ενεργειακή κρίση ξεφύγει;
Για τις τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες — Εθνική, Eurobank, Alpha Bank και Πειραιώς — ο εν λόγω πόλεμος δεν είναι απλώς ένα γεωπολιτικό γεγονός που παρακολουθούν από απόσταση ασφαλείας. Είναι ένας μεταβολικός παράγοντας που μπορεί να ανατρέψει επιχειρηματικά πλάνα τριετίας σε ένα τρίμηνο.
Το πετρέλαιο και η μεγάλη ψευδαίσθηση της “ενεργειακής ανοχής”
Η αισιοδοξία ήταν εφήμερη. Τα τελευταία χρόνια, η ελληνική οικονομία είχε αποδείξει αξιοθαύμαστη αντοχή στα ενεργειακά σοκ — η ανάπτυξη παρέμεινε σταθερά άνω του 2%, ξεπερνώντας τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, και οι τράπεζες εισήλθαν στο 2026 με τους ισχυρότερους ισολογισμούς από την εποχή της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους. Σύμφωνα με τη Fitch, η κερδοφορία της λειτουργίας του κλάδου παρέμεινε ισχυρή το 2025, καθώς τα λειτουργικά κέρδη διαμορφώθηκαν στο 3,4% των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού, παρά την επίδραση της πτώσης των επιτοκίων.
Αυτή η ανθεκτικότητα έχει όμως τα όριά της, και το πετρέλαιο είναι το σημείο που τα αποκαλύπτει. Εάν η σύγκρουση παραταθεί και επηρεάσει εκ νέου τις τιμές της ενέργειας ή τις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες, οι πληθωριστικές πιέσεις μπορεί να ενταθούν, φέρνοντας την ΕΚΤ αντιμέτωπη με δύσκολες αποφάσεις ως προς τη νομισματική πολιτική.
Και εδώ βρίσκεται το πρώτο, και πιο αινιγματικό, παράδοξο. Το πετρέλαιο είναι και φίλος και εχθρός των τραπεζών — ταυτόχρονα.
Το δίλημμα της ΕΚΤ: Να κόψει ή να αυξήσει;
Η ΕΚΤ έχει μειώσει το επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων στο 2,00% από τον Ιούνιο του 2025. Η αγορά ανέμενε συνέχεια της χαλάρωσης. Τώρα το σκηνικό έχει αλλάξει. Ο Διευθύνων Σύμβουλος της Eurobank, Φωκίων Καραβίας, ανέφερε πως εντός του 2026 είναι πολύ πιθανό να δούμε αυξήσεις επιτοκίων, καθώς η ΕΚΤ ενδέχεται να επιλέξει να δράσει προληπτικά έναντι του πληθωρισμού. Ωστόσο, η επίσημη γραμμή των κεντρικών τραπεζιτών είναι πιο συγκρατημένη: ο Γιάννης Στουρνάρας δηλώνει ότι δεν πρέπει να γίνει καμία κίνηση στα επιτόκια για τώρα.
Αυτή η αβεβαιότητα είναι από μόνη της το πρόβλημα. Η ΕΚΤ καλείται να βαδίσει σε τεντωμένο σκοινί: ούτε να παραμείνει αδρανής μπρος σε νέες πληθωριστικές πιέσεις, ούτε να αυξήσει τα επιτόκια και να πνίξει μία Ευρωζώνη που ήδη σπαρτάρει.
Σενάριο 1 — Βραχύβια σύγκρουση: Η ΕΚΤ συνεχίζει τις μειώσεις. Για τις ελληνικές τράπεζες, τo NII πιέζεται, αλλά η πιστωτική επέκταση επιταχύνεται. Τα έσοδα από προμήθειες αυξάνονται. Το cost of risk παραμένει χαμηλό.
Σενάριο 2 — Παρατεταμένη σύγκρουση: Η ΕΚΤ σταματά τις μειώσεις ή αυξάνει ξανά. Τα NII ανεβαίνουν βραχυπρόθεσμα, αλλά η οικονομία επιβραδύνεται, τα NPE αυξάνονται και το cost of risk ανατρέπει τα business plans.
Τα «συν»: Όταν ο πόλεμος ανεβάζει τα επιτόκια
Εκ πρώτης όψεως, μία ΕΚΤ που σταματά ή αντιστρέφει τον κύκλο μειώσεων ακούγεται σαν καλό νέο για τις τράπεζες που παράγουν τα περισσότερα έσοδά τους από τόκους. Σύμφωνα με ανάλυση της Jefferies, τα καθαρά επιτοκιακά έσοδα αποτέλεσαν το 2025 υψηλό ποσοστό των συνολικών εσόδων για τις ελληνικές τράπεζες, με την Eurobank να βρίσκεται στην έκτη θέση μεταξύ ευρωπαϊκών τραπεζών με 4,4% και την Εθνική Τράπεζα στην έβδομη με 4,3% αύξηση κερδών σε σενάριο αύξησης επιτοκίων κατά 50 μ.β.
Η δομή του ελληνικού τραπεζικού συστήματος ευνοεί αυτή τη δυναμική. Τα δάνεια είναι κυρίως κυμαινόμενου επιτοκίου — συνδεδεμένα με Euribor — ενώ τα καταθετικά επιτόκια κινούνται βραδύτερα. Η “ψαλίδα” αυτή, δηλαδή το NIM, μεγαλώνει όταν τα επιτόκια αναφοράς ανεβαίνουν. Επιπλέον, η δομή της ελληνικής τραπεζικής αγοράς δεν ευνοεί τον έντονο ανταγωνισμό στα καταθετικά επιτόκια, κάτι που λειτουργεί ως φυσική ασπίδα για τα περιθώρια.
Ένα δεύτερο «συν» αφορά τη ναυτιλία. Σε ανατεταραγμένα νερά — και κυριολεκτικά — η αύξηση των ναύλων ωφελεί έναν κλάδο στον οποίο οι ελληνικές τράπεζες έχουν σημαντικές χορηγήσεις. Η ΕΤΕ, για παράδειγμα, χρηματοδοτεί ναυτιλιακές επιχειρήσεις εδώ και δεκαετίες.
Τα «πλην»: Ο πόλεμος που ταξιδεύει χωρίς βίζα
Ωστόσο, η λίστα των κινδύνων είναι μακρύτερη και πιο δύσκολη να αντιμετωπιστεί.
Πρώτον, τα NPE. Ο πόλεμος δεν χτυπά μόνο τις τιμές της ενέργειας — χτυπά την πραγματική οικονομία. Νοικοκυριά που πληρώνουν περισσότερο για θέρμανση και μεταφορές έχουν λιγότερα να αποπληρώσουν δάνεια. Επιχειρήσεις με αυξημένο κόστος εισροών συμπιέζουν κέρδη. Μέχρι σήμερα, ο δείκτης NPE των τεσσάρων συστημικών κυμαίνεται γύρω στο 2,6%-3%, από διψήφιους αριθμούς πριν από μια δεκαετία. Αλλά κάθε παρατεταμένο σοκ επαναφέρει τον κίνδυνο. Η Fitch αναμένει ότι ο δείκτης NPE, ο οποίος το 2025 διαμορφώθηκε κοντά στο 3%, θα είναι συνολικά σταθερός φέτος, υποστηριζόμενος από την ανθεκτική οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας. Αυτή η πρόβλεψη, ωστόσο, προϋποθέτει βραχύβια σύγκρουση.
Δεύτερον, ο τουρισμός. Η Ελλάδα είναι τουριστική χώρα, και ο τουρισμός είναι ο μεγαλύτερος πελάτης του τραπεζικού συστήματος — από ξενοδοχεία μέχρι εστίαση. Η γεωπολιτική αστάθεια στη Μεσόγειο μπορεί να αποτρέψει τουρίστες από χώρες που θεωρούν την περιοχή “hot zone”. Είναι ο έμμεσος δίαυλος μετάδοσης που συχνά υποτιμάται.
Τρίτον, τα αποτιμήσεις. Η Fitch τόνισε ότι η κρίση έχει ήδη επηρεάσει τις αποτιμήσεις τόσο των ευρωπαϊκών όσο και των ελληνικών τραπεζών, με το εύρος των επιπτώσεων να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια της κρίσης και από τον τρόπο με τον οποίο θα αντιδράσει η ΕΚΤ. Οι μετοχές των τραπεζών στο ΧΑ δέχθηκαν πιέσεις τις πρώτες μέρες της κλιμάκωσης — ένα προγνωστικό που οι αγορές γνωρίζουν να διαβάζουν πριν από τα fundamentals.
Τέταρτον, ο αντίκτυπος στις επιχειρηματικές χορηγήσεις. Το ECB Financial Stability Review του Ιανουαρίου 2026 τεκμηριώνει ότι μία τυπική απόκλιση αύξησης στην αβεβαιότητα οικονομικής πολιτικής των ΗΠΑ μπορεί να συνδεθεί, κατά μέσο όρο, με μείωση περίπου 4,5% στο σύνολο των χορηγήσεων και 5,5% στα term loans των ευρωπαϊκών τραπεζών — ενώ τα επιτόκια δανεισμού ανεβαίνουν κατά περίπου 90 μ.β. και οι διάρκειες δανείων συντομεύουν κατά 3%. Αυτό ισχύει πολλαπλά για τράπεζες με υψηλότερο αρχικό NPL ratio.
Τι λέει η επιστήμη: Οι πόλεμοι “μολύνουν” γειτονικά τραπεζικά συστήματα
Το ερώτημα αν ένας πόλεμος σε κάποια χώρα μπορεί να πλήξει το τραπεζικό σύστημα μίας διπλανής χώρας δεν είναι ρητορικό. Η ακαδημαϊκή βιβλιογραφία έχει απαντήσει — και η απάντηση δεν είναι καθησυχαστική.
Έρευνα που δημοσιεύτηκε από το ΔΝΤ (Rother et al., 2020) εξέτασε δεκαετίες δεδομένων από αναπτυσσόμενες χώρες και κατέληξε σε τρία κρίσιμα συμπεράσματα. Πρώτον, οι συγκρούσεις και η πολιτική αστάθεια συνδέονται με σημαντικά υψηλότερη πιθανότητα συστημικών τραπεζικών κρίσεων — οι πιθανότητες κρίσης είναι 2,5 φορές μεγαλύτερες όταν μία χώρα αντιμετωπίζει σύγκρουση. Δεύτερον, συγκρούσεις σε γειτονικές χώρες αυξάνουν την πιθανότητα τραπεζικών κρίσεων σε μία δεδομένη χώρα, αν και με μικρότερη ένταση. Τρίτον, ο κύριος δίαυλος μετάδοσης είναι η εμφάνιση δημοσιονομικών κρίσεων μετά τη σύγκρουση ή την πολιτική αστάθεια.
Το ίδιο paper επισημαίνει ότι η πιθανότητα εμφάνισης τραπεζικής κρίσης ανέρχεται σε 25% όταν η σύγκρουση διαρκεί 10 χρόνια, έναντι 16,4% όταν διαρκεί δύο χρόνια — αποδεικνύοντας ότι ο χρόνος είναι ο πιο επικίνδυνος παράγοντας.
Άλλη μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο ScienceDirect (2024) και αξιοποίησε δεδομένα από 179 οικονομίες, επιβεβαίωσε ότι ο γεωπολιτικός κίνδυνος έχει ισχυρές αρνητικές επιπτώσεις στη χρηματοοικονομική σταθερότητα, με τα τραπεζικά συστήματα να εμφανίζουν μείωση του Z-score — δείκτη φερεγγυότητας — και αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Ακόμη πιο ανησυχητικά συμπεράσματα προκύπτουν από έρευνα για τις μετοχές τραπεζών σε χώρες G20 κατά τη διάρκεια γεωπολιτικών εντάσεων. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις επηρεάζουν αρνητικά την απόδοση των τραπεζών, με αυξημένο κόστος χρηματοδότησης και μείωση της προσφοράς πίστωσης — ανεξαρτήτως περιόδου και ανεξαρτήτως αν η χώρα συμμετέχει άμεσα στη σύγκρουση.
Αξιοσημείωτη είναι και η ανάλυση της BIS σχετικά με τα financial spillovers: τα τραπεζικά συστήματα που είναι διασυνδεδεμένα μέσω διατραπεζικών αγορών ή cross-border lending είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σε μεταδόσεις κινδύνων — ακόμη και όταν η άμεση έκθεσή τους στη ζώνη σύγκρουσης είναι ασήμαντη.
Το ελληνικό προφίλ: Καλά θωρακισμένες, αλλά όχι αδιαπέραστες
Η ειλικρίνεια απαιτεί να αναγνωριστεί ότι οι ελληνικές τράπεζες εισέρχονται σε αυτή την κρίση από πολύ καλύτερη θέση απ’ ό,τι σε παλαιότερες. Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες (Πειραιώς, Alpha Bank, Εθνική και Eurobank) διατηρούν αξιολόγηση BBB- με σταθερή ή θετική προοπτική, και η Fitch εκτιμά ότι διαθέτουν δυνατότητα να απορροφήσουν βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις.
Επιπλέον, οι ελληνικές τράπεζες έχουν μικρή έκθεση στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, και η δομή της ελληνικής τραπεζικής αγοράς δεν ευνοεί την ανάπτυξη έντονου ανταγωνισμού στα καταθετικά επιτόκια. Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και αν τα επιτόκια ανέβουν, οι τράπεζες δεν θα αναγκαστούν να μεταφέρουν πλήρως την αύξηση στους καταθέτες — ένα δομικό πλεονέκτημα που δεν συναντά κανείς σε πιο ανταγωνιστικές αγορές.
Παρόλα αυτά, ένα σημαντικό σημείο ευπάθειας παραμένει η πολιτική της ΕΚΤ, καθώς οι ελληνικές τράπεζες είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες στα επιτόκια. Αυτή η ευαισθησία λειτουργεί διπλά — κερδίζεις όταν τα επιτόκια ανεβαίνουν, χάνεις όταν η πίεση φτάσει στο πραγματικό χρέος και τα NPE.
Επίλογος: Η ώρα των ισολογισμών
Στον απόηχο των εντυπωσιακών αποτελεσμάτων του 2025 — με κέρδη που έσπαγαν ρεκόρ δεκαετίας για κάθε συστημική τράπεζα — η ανακοίνωση πως «τα θεμελιώδη παραμένουν ισχυρά» δεν είναι ψέμα. Είναι, όμως, ατελής αλήθεια.
Διότι ο πόλεμος, όπως η ακαδημαϊκή βιβλιογραφία τεκμηριώνει, δεν χρειάζεται να χτυπήσει απευθείας για να πλήξει. Ταξιδεύει μέσω πετρελαίου, μέσω προσδοκιών, μέσω επιτοκίων, μέσω ανασφάλειας. Και η Ελλάδα — χώρα πετρελαϊκά εξαρτημένη, τουριστικά ευπαθής και τραπεζικά ευαίσθητη στα επιτόκια — δεν βρίσκεται σε αποστειρωμένο θάλαμο.
Το ζητούμενο δεν είναι αν οι ελληνικές τράπεζες θα επηρεαστούν. Είναι πόσο θα διαρκέσει ο πόλεμος. Και αυτό, δυστυχώς, δεν το γνωρίζει ούτε η Jefferies, ούτε η Fitch, ούτε η ΕΚΤ.


