Μια απόφαση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να δώσει τέλος στον πόλεμο με το Ιράν χωρίς συμφωνία θα μπορούσε να αφήσει την Τεχεράνη να διατηρεί ασφυκτικό έλεγχο στις ενεργειακές προμήθειες της Μέσης Ανατολής και τους παραγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου του Κόλπου να αντιμετωπίζουν τις συνέπειες μιας σύγκρουσης που δεν ξεκίνησαν, ούτε διαμόρφωσαν.
Αντί να αποδυναμώσει τους θεοκρατικούς ηγέτες του Ιράν, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να τους αφήσει ισχυρότερους, ενισχυμένους από το γεγονός ότι άντεξαν εβδομάδες επιθέσεων από ΗΠΑ και Ισραήλ, πλήττοντας κράτη του Αραβικού Κόλπου και προκαλώντας χάος στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές, κλείνοντας ουσιαστικά τα Στενά του Ορμούζ, όπως μεταδίδει το Reuters.
Σε συνέντευξή του στο Reuters πριν το προγραμματισμένο διάγγελμα προς το έθνος, ο Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα τερματίσουν τον πόλεμο “αρκετά γρήγορα” και άφησε να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να τον λήξει ακόμη και χωρίς συμφωνία. Ωστόσο, στο διάγγελμά του, δεσμεύτηκε για πιο επιθετικά πλήγματα κατά του Ιράν, δηλώνοντας ότι η Ουάσιγκτον βρίσκεται “σε τροχιά ολοκλήρωσης όλων των στρατιωτικών στόχων πολύ σύντομα”.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι ο πόλεμος θα μπορούσε να κλιμακωθεί αν η ιρανική ηγεσία δεν αποδεχθεί τους όρους των ΗΠΑ, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο επιθέσεων σε ενεργειακές και πετρελαϊκές υποδομές.
Για τα κράτη του Κόλπου, ένας τερματισμός της σύγκρουσης χωρίς σαφείς εγγυήσεις για το τι θα ακολουθήσει θα αποτελούσε σοβαρό κίνδυνο, καθώς η περιοχή θα επωμιστεί τις συνέπειες ενός πολέμου που θα λήξει προς όφελος του Ιράν.
“Το ζήτημα είναι η παύση του πολέμου χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα”, δήλωσε ο Mohammed Baharoon, διευθυντής του B’huth Research Center στο Ντουμπάι. “Μπορεί να σταματήσει τον πόλεμο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα σταματήσει και το Ιράν”, συμπλήρωσε.
Όσο οι αμερικανικές δυνάμεις παραμένουν σε βάσεις στον Κόλπο, το Ιράν θα συνεχίσει να απειλεί την περιοχή, πρόσθεσε.
Αυτή η ασυμμετρία βρίσκεται στον πυρήνα των ανησυχιών των χωρών του Κόλπου: ότι το Ιράν μπορεί να βγει από τον πόλεμο χωρίς ήττα και με ενισχυμένη επιρροή -ικανό να απειλεί θαλάσσιες οδούς, ενεργειακές ροές και τη σταθερότητα της περιοχής- ενώ οι ίδιες θα επωμιστούν το οικονομικό και στρατηγικό κόστος μιας άλυτης σύγκρουσης.
Ο Baharoon σημείωσε ότι η υπονόμευση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας στην περιοχή θα αποτελούσε τεράστια ανησυχία. Όπως είπε, το Ιράν θα μπορούσε να αρχίσει να “παίζει το χαρτί των χωρικών υδάτων” και να καθορίζει τους κανόνες στα Στενά του Ορμούζ, μια ζωτικής σημασίας αρτηρία για την παγκόσμια ενεργειακή τροφοδοσία.
“Αυτό ξεπερνά τα Στενά του Ορμούζ. Το Ιράν έχει βάλει το χέρι του σε ένα ευαίσθητο σημείο πίεσης της παγκόσμιας οικονομίας”, τόνισε.
Η ικανότητα της Τεχεράνης να διαταράσσει τις ενεργειακές ροές, πρόσθεσε, στέλνει ένα σαφές μήνυμα ότι όποιος σκέφτεται μελλοντικές επιθέσεις κατά του Ιράν θα πρέπει να το ξανασκεφτεί.
Αυτή η λογική εξηγεί εν μέρει γιατί τα κράτη του Κόλπου έχουν αποφύγει να εμπλακούν άμεσα στον πόλεμο. Αξιωματούχοι της περιοχής αναφέρουν ότι βασική τους ανησυχία είναι να αποτραπεί η μετατροπή μιας σύγκρουσης που ξεκίνησε ως εκστρατεία των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν σε κάτι πολύ πιο επικίνδυνο -μια αντιπαράθεση μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών που θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει τη Μέση Ανατολή για δεκαετίες.
“Θεμελιωδώς λάθος εκτίμηση”
Ο κίνδυνος κλιμάκωσης ενισχύθηκε από αυτό που πολιτικοί αναλυτές χαρακτηρίζουν ως θεμελιώδη λανθασμένη εκτίμηση των ΗΠΑ και του Ισραήλ σχετικά με το πώς θα αντιδρούσε το Ιράν σε πρωτοφανή πλήγματα κατά της ηγεσίας του.
Η δολοφονία του Ανώτατου Ηγέτη, Αλί Χαμενεΐ στις αρχές της σύγκρουσης, που στόχευε σε ένα αποφασιστικό πλήγμα, άλλαξε τους κανόνες του παιχνιδιού. Τον διαδέχθηκε ο γιος του, Μοτζάμπα Χαμενεΐ, και αυτό που προοριζόταν να αποκεφαλίσει το σύστημα μετατράπηκε, στα μάτια της ιρανικής ηγεσίας, σε πρόκληση που απαιτεί αντίσταση και εκδίκηση.
“Με μία κίνηση, ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου μετέτρεψαν μια γεωπολιτική σύγκρουση σε θρησκευτική και πολιτισμική”, δήλωσε ο Fawaz Gerges. “Ανύψωσαν τον Χαμενεΐ από αμφισβητούμενο ηγέτη σε μάρτυρα”.
Η δολοφονία του Αλί Χαμενεΐ ενίσχυσε, σύμφωνα με αναλυτές, τη νομιμοποίηση των πιο σκληροπυρηνικών τάσεων της θεοκρατικής ηγεσίας στο Ιράν, συσπειρώνοντας το θρησκευτικό κατεστημένο και τους Φρουρούς της Επανάστασης γύρω από ένα αφήγημα υπαρξιακής αντίστασης, όπου η παράδοση είναι αδιανόητη και η αντοχή ιερή.
Οι ίδιοι επισημαίνουν ότι η υπόθεση πως η απομάκρυνση της κορυφαίας ηγεσίας θα οδηγούσε σε κατάρρευση του συστήματος αγνόησε τη σύνθετη δομή εξουσίας του Ιράν, τους παράλληλους μηχανισμούς και τη μακρά ιστορία ανθεκτικότητας — από τον πόλεμο με το Ιράκ έως δεκαετίες αμερικανικών κυρώσεων.
Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με τους αναλυτές, δεν είναι η παράδοση αλλά η ριζοσπαστικοποίηση -ένα πιο οργισμένο και ανυποχώρητο Ιράν, με την περιοχή να επωμίζεται τις συνέπειες.
“Ο Χαμενεΐ ήταν Αγιατολάχ -αυτό δεν είναι κάτι που γίνεται, ειδικά από ξένη δύναμη”, δήλωσε ο Alex Vatanka του Middle East Institute. “Αλλά αυτός είναι ο Τραμπ… ένας άνθρωπος χωρίς φρένα, και για το σιιτικό θρησκευτικό κατεστημένο… έσπασε κάθε κανόνα και πρωτόκολλο”.
Το πετρέλαιο, όπλο του Ιράν
Αμερικανοί και Ισραηλινοί υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων δεν μπήκαν στον πόλεμο αγνοώντας την ιδεολογική ισχύ του Ιράν, αλλά φαίνεται ότι υποτίμησαν την ανθεκτικότητά του, δήλωσε ο Magnus Ranstorp, ειδικός στην τρομοκρατία.
Η υπόθεση, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν ότι η κυριαρχία στον αέρα -επιτευχθείσα με την καταστροφή εκτοξευτών πυραύλων, κέντρων διοίκησης και κορυφαίων προσώπων- θα εξασφάλιζε ελευθερία κινήσεων και στρατηγικό περιορισμό. Αντί γι’ αυτό, το ιρανικό σύστημα ενισχύθηκε, αντί να διασπαστεί, εν μέρει επειδή στηρίζεται σε παράλληλες δομές που έχουν σχεδιαστεί να αναγεννώνται υπό πίεση.
Οι αναλυτές της περιοχής λένε ότι η Ουάσιγκτον είχε επίσης λάθος εκτιμήσεις για την την ικανότητα του Ιράν για ασύμμετρα αντίποινα.
Το Ιράν δεν χρειάζεται να κερδίσει τον πόλεμο· χρειάζεται να επιβάλει κόστος, λένε. Δεκαετίες επενδύσεων στην αναγνώριση των σημείων πίεσης της παγκόσμιας οικονομίας έχουν οδηγήσει στο να θεωρεί τα ενεργειακά του περιουσιακά στοιχεία και τα Στενά του Ορμούζ κεντρικά στη στρατηγική του.
Με πλήγματα στις ενεργειακές υποδομές και απειλές για τα Στενά του Ορμούζ, το Ιράν έχει αυξήσει τις τιμές πετρελαίου, τροφοδοτώντας τον πληθωρισμό σε παγκόσμιο επίπεδο και μεταφέροντας πίεση στις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους.
Στόχος, σύμφωνα με αναλυτές, δεν είναι η νίκη στο πεδίο της μάχης, αλλά η οικονομική εξάντληση. Αν ο πόλεμος καταστεί οικονομικά αφόρητος, η επιβίωση καθίσταται νίκη.
Ένας πρόωρος τερματισμός της σύγκρουσης χωρίς εγγυήσεις ασφαλείας θα αφήσει τα κράτη του Κόλπου εκτεθειμένα, με πιθανή μελλοντική ιρανική αντίποινα να μην περιορίζεται απαραίτητα στην περιοχή.
Η Τεχεράνη διατηρεί τη δυνατότητα να ενεργοποιήσει παγκόσμια δίκτυα που έχουν αναπτυχθεί δεκαετίες, στοχεύοντας ισραηλινά, αμερικανικά και συμμαχικά συμφέροντα μακριά από το πεδίο της μάχης.
“Δεν έχουν ξεκινήσει ακόμα, αλλά διαθέτουν τεράστια ικανότητα να τιμωρήσουν τις ΗΠΑ και το Ισραήλ”, είπε ο Ranstorp, περιγράφοντας το Iran ως μια απειλή τύπου Ύδρα, με πλοκάμια που μπορούν να ενεργοποιηθούν μακριά από τη Μέση Ανατολή.
Αυτή η απειλή επισκιάζει οποιαδήποτε έξοδο των ΗΠΑ. Αν οι ΗΠΑ αποσυρθούν -και οι ισραηλινές επιχειρήσεις εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την αμερικανική στήριξη- η Τεχεράνη δεν θα θεωρήσει το αποτέλεσμα ήττα.
Το θεοκρατικό σύστημα θα έχει αντέξει και η ισορροπία δυνάμεων δεν θα έχει αλλάξει δραματικά, ενώ το Ιράν θα θεωρείται στην περιοχή πιο επικίνδυνο από πριν, λένε αναλυτές.


