Του Κώστα Ράπτη
Ο κόσμος δεν περιμένει πλέον λύσεις από τον Ντόναλντ Τραμπ – περισσότερο τον θεωρεί πηγή προβλημάτων. Για την ακρίβεια, δυσκολεύεται και να τον πάρει στα σοβαρά – καθώς η αντιφατικότητα και αμετροέπεια των δηλώσεών του, καίτοι γνωστή, έχει οδηγηθεί, μεσούντος του Τρίτου Πολέμου του Κόλπου, σε πρωτόγνωρα επίπεδα.
Το μαρτυρεί αυτό η δηκτική παρατήρηση του Γάλλου προέδρου, Εμανουέλ Μακρόν: “Οι αμερικανικές αρχές λένε κάθε πρωί θα κάνουμε αυτό και το άλλο πρωί δεν θα κάνουμε αυτό ή το άλλο. Μιλάνε πολύ, για πολλά και σε πολλές κατευθύνσεις. Έχουμε όλοι ανάγκη από σταθερότητα, ηρεμία, επιστροφή της ειρήνης, δεν πρόκειται για σόου. Πρέπει να είμαστε σοβαροί και, όταν είμαστε σοβαροί, δεν λέμε κάθε μέρα το αντίθετο από αυτό που έχουμε πει την προηγουμένη”.
Το ερώτημα τι είναι στον Τραμπ τακτική πανουργία και τι απλή ασυναρτησία, τι είναι (κυνική) ορθολογικότητα και τι καθαρός ανορθολογισμός τίθεται επιτακτικά από όλο τον πλανήτη. Ο πόλεμος με το Ιράν, ηθελημένος και όχι επιβεβλημένος, καταστροφικός αλλά όχι αποτελεσματικά σχεδιασμένος, παράνομος βάσει διεθνούς δικαίου αλλά με σοβαρές επιπτώσεις για καθέναν διεθνή παίκτη, αποτέλεσε σημείο καμπής όχι μόνο για τη δεύτερη προεδρική θητεία Τραμπ (που δείχνει να βυθίζεται στην αποτυχία πριν καν από το κρίσιμο “ραντεβού” των ενδιάμεσων εκλογών), αλλά συνολικά για την αμερικανική ισχύ, ικανή μεν να διασπείρει το χάος, αλλά όχι να εκπληρώσει τους διακηρυγμένους στόχους της ή να εγγυηθεί μια νέα τάξη.
Τα σημάδια είχαν βεβαίως δοθεί από την πρώτη στιγμή: είτε με τους δασμολογικούς πολέμους, που όσο αναστάτωσαν τη διεθνή οικονομία άλλο τόσο οδήγησαν σε οπισθοχώρηση μπροστά στον κινεζικό εκβιασμό διά των σπανίων γαιών, είτε με την προσπάθεια “επίλυσης” (και μάλιστα ταχείας) του ουκρανικού ζητήματος, η οποία απέληξε σε αδιέξοδο, αφήνοντας όμως τον Βλαντίμιρ Πούτιν νομιμοποιημένο ως συνομιλητή και το δυτικό στρατόπεδο διαιρεμένο.
Ενδιαμέσως, οι απειλές για προσάρτηση της Γροιλανδίας ή και αυτού του Καναδά φανέρωσαν μιαν “αυτοκρατορική” περιφρόνηση για κάθε έννοια διεθνούς νομιμότητας και συμμαχιών, ενώ η απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, έθισε τον Τραμπ στην επιδίωξη εύκολων “θριάμβων”, μέχρι που η αναμέτρηση με το Ιράν ανέδειξε τα πραγματικά όρια της αμερικανικής ισχύος, σε ένα περιβάλλον όπου η νίκη και η ήττα αντιμετωπίζονταν ως μεγέθη απλώς επικοινωνιακά και κάθε είδους ισχυρισμός θεωρούνταν εξίσου αποδεκτός.
Διάθεση αρπαγής χωρίς προσχήματα
Η Αμερική του Τραμπ επιδιώκει σπασμωδικά να απελευθερωθεί από όλο το διεθνές πλαίσιο σχέσεων, κανόνων και ροών που πλάστηκε μεταπολεμικά στα μέτρα της, αλλά πλέον το αντιμετωπίζει ως παράγοντα αφαίμαξής της και ανάδειξης ανταγωνιστών όπως η Κίνα. Εξού και εμβληματική της εποχής Τραμπ είναι η απόσυρση από διεθνείς συμφωνίες και οργανισμούς όπως ο ΠΟΥ, η UNESCO, το Σύμφωνο των Παρισίων κ.ο.κ.
Η διάγνωση είναι εν μέρει έγκυρη. Ό,τι αποκλήθηκε “παγκοσμιοποίηση”, ήτοι το outsourcing της παραγωγικής βάσης, η αχαλίνωτη χρηματιστικοποίηση, η ρηγμάτωση της κοινωνικής συνοχής μέσω και της μετανάστευσης, όντως αποδυνάμωσε από τα μέσα την Αμερική. Ο προστατευτισμός, είτε συμφωνεί κανείς είτε όχι, θα ήταν μια ορθολογική επιλογή. Το ίδιο θα ίσχυε και για μια απόπειρα ανάσχεσης των ανταγωνιστών, λ.χ. με στενότερο έλεγχο των διεθνών εμπορικών και ενεργειακών κόμβων ή με μια προσπάθεια να προσελκυσθεί η Ρωσία μακριά από την Κίνα. Αυτό που δεν είναι όμως διόλου ορθολογικό είναι ο τρόπος με τον οποίο επιχειρήθηκε να υλοποιηθεί το σενάριο. Και τούτο οφείλεται στην αυτοπαγίδευση της Αμερικής σε ένα αφήγημα το οποίο υπερτιμούσε τις δυνατότητές της, απαξιούσε να αναγνώσει τη θέση των αντιπάλων και διαπλεκόταν με παλαιές, βαθιά αμερικανικές προκαταλήψεις (ρατσισμό, χριστιανικό σιωνισμό κ.ο.κ.).
Όπως επεσήμανε και ο Γάλλος ιστορικός και ανθρωπολόγος Εμανουέλ Τοντ, ο προστατευτισμός δεν έχει νόημα δίχως καταρτισμένο εργατικό δυναμικό – όμως η εποχή Τραμπ συμβαδίζει με αύξηση του αναλφαβητισμού των νέων, εκδίωξη ξένων ταλέντων, πόλεμο στα πανεπιστήμια και στις ενοχλητικές επιστημονικές απόψεις (π.χ. περί κλίματος) κ.ο.κ. Ό,τι απομένει είναι απλώς μια διάθεση αρπαγής, με ιδιαίτερη έμφαση στους υδρογονάνθρακες (την ίδια ώρα που η Κίνα απεξαρτάται με άλματα από αυτούς), και ένας μιλιταρισμός που δεν αισθάνεται καν την ανάγκη να ενδυθεί ευγενή προσχήματα. Ο παραπλανητικώς αποκληθείς “απομονωτισμός” του Τραμπ δεν είναι παρά ένας υπερδραστήριος “εξαιρετισμός” (exceptionalism), που δεν αναγνωρίζει κανόνες για τον εαυτό του.
Ο λογαριασμός στους συμμάχους
Όλα αυτά κάθε άλλο παρά εκφοβίζουν τους αντιπάλους, τους οποίους απλώς πείθουν ότι δεν αξίζει τον κόπο να επενδύσουν διπλωματικό κεφάλαιο στην εξεύρεση ενός modus vivendi με την Ουάσινγκτον – και οι τόνοι που υιοθετούν τόσο η Μόσχα όσο και το Πεκίνο είναι χαρακτηριστικοί. Καταφέρνουν, ωστόσο, να αποσυντονίσουν τους παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ, στους οποίους μοιάζει να επιφυλάσσεται ρόλος εξιλαστήριων θυμάτων.
Οι αραβικές μοναρχίες του Κόλπου επιχείρησαν να αποτρέψουν τον πόλεμο με το Ιράν, αλλά τώρα υφίστανται τις συνέπειές του (που για κάποιες μπορεί να αποδειχθούν μοιραίες), όχι παρά, αλλά εξαιτίας της ιδιαίτερης σχέσης τους με τις ΗΠΑ. Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι, πάλι, καίτοι δεν ρωτήθηκαν για αυτή την περιπέτεια που ασφαλώς τους πλήττει οικονομικά, στοχοποιούνται τώρα από τον Τραμπ, διότι δεν έχουν συνδράμει στρατιωτικά εκεί που οι ΗΠΑ δείχνουν να μην τα καταφέρνουν. Στο πλαίσιο της “ακλόνητης” λογικής του ενοίκου του Λευκού Οίκου, η καλύτερη απάντηση στο ότι δεν ανοίγουν τα Στενά του Ορμούζ (τα οποία βεβαίως έκλεισε η δική του πολεμική πρωτοβουλία) είναι το να καταφερθεί κατά του ΝΑΤΟ, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο απόσυρσης της χώρας του από τη συμμαχία.
“Το ΝΑΤΟ βρίσκεται στη χειρότερη θέση που έχει βρεθεί από τότε που ιδρύθηκε. Δύσκολα μπορεί κανείς να σκεφτεί κάτι ανάλογο”, διαπιστώνει ο Μαξ Μπέργκμαν, πρώην αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ ο οποίος ηγείται τώρα του Προγράμματος Ευρώπης, Ρωσίας και Ευρασίας στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών (CSIS) στην Ουάσινγκτον.
Ακόμα και αν ο Τραμπ και οι Ευρωπαίοι βρουν κάποιον τρόπο για να παραμείνουν μαζί στο ΝΑΤΟ, λένε διπλωμάτες, αναλυτές και αξιωματούχοι, η διατλαντική συμμαχία, η οποία ήταν στο κέντρο της παγκόσμιας τάξης μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν θα είναι ποτέ ξανά η ίδια. “Πιστεύω ότι γυρίζουμε τη σελίδα 80 ετών συνεργασίας”, λέει η Τζούλιαν Σμιθ, πρέσβειρα των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ στη διάρκεια της θητείας του Δημοκρατικού προέδρου Τζο Μπάιντεν.


