Του Κώστα Ράπτη
“Όταν τελειώσουμε, αναλάβετε την κυβέρνησή σας. Θα είναι δική σας”, δήλωνε προς τον ιρανικό λαό ο Ντόναλντ Τραμπ τη στιγμή που εγκαινίαζε ό,τι έχει ήδη αποκληθεί Τρίτος Πόλεμος του Κόλπου. Όμως ο ρητά εκπεφρασμένος στόχος της “αλλαγής καθεστώτος” στην Τεχεράνη φαντάζει πλέον ως η λιγότερο πιθανή έκβαση αυτού του πολέμου, αφότου η Ισλαμική Δημοκρατία κατόρθωσε να αποκρούσει τις πρώτες επιθέσεις, εγκαθιστώντας τον Μοτζταμπά Χαμενεΐ στη θέση του δολοφονηθέντος πατρός του και εξαπολύοντας στρατιωτικά αντίμετρα που έπληξαν τους γείτονές του και τη διεθνή οικονομία.
Σύμφωνα με ανάλυση της αντιπροέδρου του Brookings Institution, Σούζαν Μαλόνι, στο Foreign Policy, αυτό που θέλουν οι ηγέτες του Ιράν είναι να προωθήσουν το επαναστατικό σχέδιο της χώρας τους, εγκαινιάζοντας ό,τι θα μπορούσε να περιγραφεί ως η Τρίτη Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν. Η πρώτη δημοκρατία, με επικεφαλής τον αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί, ήταν ένα επαναστατικό πείραμα που επεδίωκε να επιβάλει θρησκευτική κυριαρχία στο εσωτερικό και να αποσταθεροποιήσει τους γείτονές της. Η διακυβέρνηση του Αλί Χαμενεΐ εγκαινίασε τη δεύτερη δημοκρατία, η οποία θεσμοθέτησε την κυριαρχία του αξιώματος του ανώτατου ηγέτη και ενδυνάμωσε τον στρατό μέσω του ρόλου του στην ανοικοδόμηση μετά τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ της δεκαετίας του 1980. Κατασκευάζοντας την άνοδο του Μοτζταμπά, το καθεστώς επιδιώκει να εγκαθιδρύσει την τρίτη δημοκρατία: ένα ρητά πραιτωριανό κράτος, με το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης και τον ευρύτερο μηχανισμό ασφαλείας να ελέγχουν σταθερά τη λήψη αποφάσεων σε όλες τις πτυχές της διακυβέρνησης, της κοινωνίας και της εξωτερικής πολιτικής.
Η διεκδίκηση αποζημιώσεων
Η Τεχεράνη βασίζεται στην ικανότητά της να επιβιώσει περισσότερο από τους αντιπάλους της, με την ελπίδα να πετύχει μια συμφωνία που θα επιτρέψει στο καθεστώς όχι μόνο να ζήσει άλλη μία μέρα, αλλά ιδανικά και να ξεφύγει από τον ασφυκτικό κλοιό των κυρώσεων “μέγιστης πίεσης” του Τραμπ, οι οποίες έχουν καταστρέψει το νόμισμά του και έχουν τροφοδοτήσει τη λαϊκή οργή. Ελπίζουν να χρησιμοποιήσουν τον πόλεμο ως σημείο εισόδου για την αποκατάσταση της περιφερειακής τους κυριαρχίας. Οι Ιρανοί ηγέτες πιστεύουν ότι στη χώρα οφείλεται αποζημίωση για τις τεράστιες ζημιές που υπέστη σε ό,τι θεωρούν αδικαιολόγητη επίθεση, και σκοπεύουν να εισπράξουν αυτό το χρέος. Η Τεχεράνη έχει τους γείτονές της σε δύσκολη θέση, κυριολεκτικά, και λίγοι εκατέρωθεν του Κόλπου ζουν με την ψευδαίσθηση ότι αυτό είναι ένα βραχυπρόθεσμο πρόβλημα. Θα αναζητήσουν λύσεις που είναι ταυτόχρονα πρακτικές και ανθεκτικές.
Το προηγούμενο του 1982
Είναι επίσης πιθανό η Τεχεράνη να κερδίσει τον πόλεμο αλλά να χάσει την ειρήνη, ως αποτέλεσμα της αδιαλλαξίας, της αβάσιμης αισιοδοξίας ή της εσωτερικής αναταραχής της, όπως ακριβώς έκαναν και προηγούμενοι Ιρανοί ηγέτες σε μια κρίσιμη καμπή στον πόλεμο με το Ιράκ. Τον Ιούνιο του 1982, λίγες μόνο μέρες μετά τις επιτυχημένες ιρακινές επιθέσεις στις εγκαταστάσεις εξαγωγής πετρελαίου του Ιράν, το νεοσύστατο Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου, που αποτελούνταν από τους περισσότερους Άραβες γείτονες του Ιράν στον Περσικό Κόλπο, πρότεινε κατάπαυση του πυρός. Το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου προσέφερε 25 δισεκατομμύρια δολάρια σε αποζημιώσεις στην Τεχεράνη –περισσότερα από 84 δισεκατομμύρια δολάρια σε σημερινά δολάρια– σε αντάλλαγμα για τη συμφωνία του Ιράν να τερματίσει τον πόλεμο χωρίς να ξεκινήσει επίθεση για την εκδίωξη του Σαντάμ. Η Τεχεράνη επέμεινε ότι οι ζημιές του πολέμου ανέρχονταν σε έξι φορές αυτό το ποσό και τελικά αρνήθηκε να τερματίσει τον πόλεμο. Τα επόμενα έξι χρόνια σύγκρουσης είχαν τεράστιο αντίκτυπο στη χώρα και η Ισλαμική Δημοκρατία απέτυχε στην προσπάθειά της να τερματίσει την κυριαρχία του Σαντάμ.
Αυτή τη φορά, αν η Τεχεράνη εκμεταλλευτεί το πλεονέκτημά της, προσπαθώντας να διατηρήσει ή να αξιοποιήσει τον ασφυκτικό της έλεγχο στα Στενά, οι γείτονές της και ο κόσμος μπορεί να είναι έτοιμοι να επωμιστούν το εξαιρετικό κόστος και τους κινδύνους μιας οριστικής ήττας για το καθεστώς.
Τέλος, ακόμη και αν η Ισλαμική Δημοκρατία αντέξει στην ενεργό φάση της σύγκρουσης, οι συνέπειες θα μπορούσαν να σημάνουν την καταστροφή της. Οι δονήσεις από τη σύγκρουση θα είναι μακροχρόνιες και ο αντίκτυπός τους θα ξεδιπλωθεί και πιθανότατα θα μεγεθυνθεί με την πάροδο του χρόνου. Οι χιλιάδες αεροπορικές επιδρομές των ΗΠΑ και του Ισραήλ θα αφήσουν ένα τεράστιο κόστος ανοικοδόμησης. Η αντοχή της Ισλαμικής Δημοκρατίας μπορεί να επιτρέψει στους ηγέτες της να αποφύγουν τη συνθηκολόγηση προς το παρόν, αλλά η νίκη τους μπορεί κάλλιστα να σπείρει τους σπόρους της πτώσης του καθεστώτος, καταλήγει η Μαλόνι.
Οι νέες οικονομικές ισορροπίες και οι συμμαχίες που θα αναζητηθούν
Εάν το καθεστώς επιβιώσει του εν εξελίξει πολέμου, όπερ όλο και πιο πιθανό, το αποτέλεσμα θα παρουσιαστεί από τους ιθύνοντες ως “θεία νίκη” εναντίον τόσο του Ισραήλ όσο και των Ηνωμένων Πολιτειών. Την ίδια ώρα, ωστόσο, ακόμη και εντός του καθεστώτος γίνεται σαφώς αντιληπτό ότι η επιβίωση δεν λύνει τις θεμελιώδεις προκλήσεις της επόμενης μέρας. Η οικονομική κατάσταση του Ιράν ήταν ήδη σοβαρή πριν από τον πόλεμο και έχει μόνο επιδεινωθεί περαιτέρω, παρά τα σημαντικά έσοδα από το πετρέλαιο που προέκυψαν εν τω μεταξύ. Υπό αυτή την έννοια, υποστηρίζει στο Χ ο Ντάνι Σιτρίνοβιτς, ερευνητής στο Ινστιτούτο Σπουδών Εθνικής Ασφαλείας του Ισραήλ, ειδικός σε θέματα του Ιράν και εταίρος του Atlantic Council των ΗΠΑ, το τέλος του πολέμου δεν είναι ένα τελικό σημείο, παρά η αρχή νέων εσωτερικών προκλήσεων για ένα καθεστώς πιο ριζοσπαστικό, πιο απομονωμένο και με κακές σχέσεις με τα κράτη του Κόλπου. Τίποτα από αυτά, ωστόσο, δεν εγγυάται αλλαγή καθεστώτος.
Τι είναι λοιπόν πιθανό να κάνει το Ιράν στη συνέχεια; Κατά τον Σιτρίνοβιτς, το Ιράν θα επιδιώξει να δημιουργήσει σταθερά έσοδα αξιοποιώντας τον έλεγχο ή την επιρροή στη θαλάσσια κυκλοφορία στο Στενό του Ορμούζ. Επιπλέον θα προσπαθήσει να σπάσει την οικονομική πίεση των αμερικανικών κυρώσεων χρησιμοποιώντας το Ορμούζ ως εργαλείο καταναγκασμού και πιέζοντας τις χώρες να συνεργαστούν οικονομικά με το Ιράν. Παράλληλα θα εμβαθύνει τους οικονομικούς και στρατιωτικούς δεσμούς με την Κίνα και τη Ρωσία και ενδεχομένως θα επεκτείνει τη συνεργασία με τη Βόρεια Κορέα και το Πακιστάν.
Λιγότερη θρησκεία, περισσότερη καταστολή
Στο ίδιο πλαίσιο θα πρέπει να αναμένεται ενίσχυση της εσωτερικής καταστολής, ιδίως μέσω των πολιτοφυλάκων Μπασίτζ, για την αποτροπή νέων διαδηλώσεων, συμπεριλαμβανομένου του αυστηρότερου ελέγχου της κοινωνίας και της αυξημένης επιτήρησης στο διαδίκτυο. Παραδόξως, όμως, ενδέχεται να δούμε κάποια χαλάρωση της θρησκευτικής επιβολής στο εσωτερικό, καθώς οι Φρουροί της Επανάστασης εδραιώνουν την εξουσία τους και το κληρικό κατεστημένο γίνεται λιγότερο κυρίαρχο, καίτοι το Ιράν θα διατηρεί μια σκληροπυρηνική στάση στο εξωτερικό.
Είναι πιθανή μια προσέγγιση των κρατών του Κόλπου σε μια προσπάθεια ανοικοδόμησης των σχέσεων, με βάση την κοινή αντίληψη ότι η εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι αβέβαιη. Μολονότι δε αναμένεται εντατικοποίηση των προσπαθειών για την αύξηση των εξαγωγών πετρελαίου και των σχετικών εσόδων, αυτό ενδέχεται εντέλει να μην αποδειχθεί αρκετό. Η νέα ηγεσία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ένα θεμελιώδες δίλημμα: να δώσει προτεραιότητα στην στρατιωτική ενίσχυση ή στην αντιμετώπιση των οικονομικών αναγκών του ιρανικού πληθυσμού; Με άλλα λόγια, το τέλος του πολέμου δεν εγγυάται σταθερότητα για το καθεστώς, αλλά θα ήταν λάθος να υποτιμήσουμε την ικανότητά του να επιβιώσει, ακόμη και υπό σοβαρή οικονομική πίεση, καταλήγει ο Σιτρίνοβιτς.


