
Οι τιμές του χρυσού και του ασημιού ανακάμπτουν την Τρίτη (3/2), με τους αναλυτές να εκτιμούν ότι οι πρόσφατες διορθώσεις οφείλονται περισσότερο σε επανατοποθέτηση θέσεων παρά σε μια παρατεταμένη καθοδική τάση.
Ο χρυσός ανέκτησε μέρος των απωλειών του που άγγιξαν έως και το 10% την Παρασκευή — τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση εδώ και δεκαετίες. Το ασήμι επίσης σημείωσε ήπια ανάκαμψη, μετά από κατάρρευση περίπου 30%, τη χειρότερη ημερήσια επίδοσή του από το 1980.
Η τιμή του χρυσού στην spot αγορά εκτινάχθηκε έως και 4% την Τρίτη στα 4.771,76 δολάρια ανά ουγγιά. Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures) του χρυσού στη Νέα Υόρκη ενισχύθηκαν κατά 3%, κινούμενα γύρω στα 4.791 δολάρια.
Το spot ασήμι αυξήθηκε έως και 7,8% και στη συνέχεια κινήθηκε 2,6% υψηλότερα, στα 81,3 δολάρια ανά ουγγιά. Τα futures ασημιού στη Νέα Υόρκη σημείωσαν άνοδο 7%, στα 82,67 δολάρια ανά ουγγιά.
Η ανάκαμψη ήρθε καθώς οι επενδυτές επανεκτίμησαν το αν η απότομη πτώση σηματοδοτεί μια διαρθρωτική καμπή ή αν πρόκειται για υπερβολική αντίδραση σε βραχυπρόθεσμους καταλύτες.
Ανάλυση της πτώσης
Στρατηγικοί αναλυτές της Deutsche Bank ανέφεραν ότι η ιστορία δείχνει πως πρόκειται για βραχυπρόθεσμους καταλύτες, παρότι το μέγεθος της πτώσης έχει εγείρει νέα ερωτήματα σχετικά με τη διάρθρωση των θέσεων στην αγορά. Η τράπεζα σημείωσε ότι, αν και τα σημάδια αυξημένης κερδοσκοπικής δραστηριότητας εντείνονταν εδώ και μήνες, από μόνα τους δεν αρκούν για να εξηγήσουν το εύρος της κίνησης της περασμένης εβδομάδας.
«Η προσαρμογή στις τιμές των πολύτιμων μετάλλων υπερέβη τη σημασία των φαινομενικών καταλυτών της. Επιπλέον, οι προθέσεις των επενδυτών στα πολύτιμα μέταλλα (επίσημων, θεσμικών και ιδιωτών) πιθανότατα δεν έχουν επιδεινωθεί».
Η πτώση προκλήθηκε από συνδυασμό παραγόντων, όπως η ενίσχυση του δολαρίου ΗΠΑ, οι αλλαγές στις προσδοκίες σχετικά με την ηγεσία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας μετά την πρόταση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για τον Κέβιν Γουόρς ως επόμενο πρόεδρο της Fed, καθώς και η μείωση θέσεων ενόψει του Σαββατοκύριακου.
Η Deutsche Bank ανέφερε, σύμφωνα με το CNBC, ότι το ευρύτερο επενδυτικό αφήγημα για τον χρυσό και το ασήμι παραμένει ανέπαφο.
«Οι θεματικοί παράγοντες του χρυσού παραμένουν θετικοί και πιστεύουμε ότι το σκεπτικό των επενδυτών για την κατανομή σε χρυσό (και πολύτιμα μέταλλα) δεν έχει αλλάξει. Οι συνθήκες δεν φαίνεται να ευνοούν μια διατηρήσιμη αναστροφή των τιμών του χρυσού, ενώ διακρίνουμε διαφορές μεταξύ της σημερινής συγκυρίας και εκείνης που οδήγησε στην αδυναμία του χρυσού τη δεκαετία του 1980 και το 2013».
Η Barclays εξέφρασε παρόμοια άποψη, αναγνωρίζοντας υπερθερμασμένους τεχνικούς δείκτες και «τεντωμένες» θέσεις, αλλά τόνισε ότι η ευρύτερη ζήτηση για χρυσό μπορεί να παραμείνει ανθεκτική εν μέσω γεωπολιτικών και πολιτικών αβεβαιοτήτων, καθώς και θεμάτων διαφοροποίησης αποθεματικών.
Οι έντονες διακυμάνσεις του ασημιού ήταν πιο δραματικές, αντανακλώντας τη μικρότερη αγορά του, τη μεγαλύτερη μεταβλητότητα και τη μεγαλύτερη συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών. Παρ’ όλα αυτά, ορισμένοι αναλυτές εξακολουθούν να διατηρούν αισιόδοξες εκτιμήσεις για το «λευκό μέταλλο».
«Η κερδοσκοπική τοποθέτηση έχει σίγουρα παίξει ρόλο βραχυπρόθεσμα. Το ασήμι έχει προσελκύσει περισσότερους ιδιώτες επενδυτές από τον χρυσό, γεγονός που το καθιστά πιο ευαίσθητο στις γρήγορες μεταβολές του επενδυτικού κλίματος και στις βραχυπρόθεσμες συναλλαγές», δήλωσε ο Ζάβιερ Γουόνγκ, αναλυτής αγοράς στην eToro.
Ο Γουόνγκ πρόσθεσε, ωστόσο, ότι θα ήταν «υπερβολικά απλοϊκό» να αποδοθεί ολόκληρη η κίνηση στην κερδοσκοπία. Το ασήμι διαθέτει πραγματική βιομηχανική ζήτηση, ιδιαίτερα σε τομείς που συνδέονται με κέντρα δεδομένων και υποδομές τεχνητής νοημοσύνης.
Μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο προβλέπει ότι η παγκόσμια ζήτηση ασημιού θα εκτιναχθεί αυτή τη δεκαετία, κυρίως λόγω των φωτοβολταϊκών και της μετάβασης σε τεχνολογίες κυψελών με μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε ασήμι. Η συνολική ζήτηση εκτιμάται ότι θα φτάσει τους 48.000 έως 54.000 τόνους ετησίως έως το 2030, ενώ η προσφορά αναμένεται να αυξηθεί μόνο στους περίπου 34.000 τόνους, καλύπτοντας μόλις το 62%-70% της ζήτησης.
Μόνο ο τομέας της ηλιακής ενέργειας εκτιμάται ότι θα καταναλώνει 10.000–14.000 τόνους ετησίως, δηλαδή έως και το 41% της παγκόσμιας προσφοράς.
«Αυτή η ζήτηση δεν έχει εξαφανιστεί. Αυτό που βλέπουμε είναι ότι το ασήμι προηγήθηκε υπερβολικά της πραγματικότητας, κάτι που πάντοτε συμβαίνει σε περιόδους ισχυρής ανόδου», κατέληξε ο Γουόνγκ.


