Στις πόλεις με υψηλή πληρότητα (μέσος όρος 86,3 διανυκτερεύσεις τον χρόνο) στη βραχυχρόνια μίσθωση κατατάσσεται η Αθήνα, ωστόσο συγκριτικά, το μέσο ετήσιο εισόδημα ανά κατάλυμα (8.796 ευρώ) είναι χαμηλό.
Την ίδια στιγμή ενώ η Αθήνα σε όρους πυκνότητας (αριθμός καταλυμάτων) φαίνεται «μεσαία», (με 13.274 ενεργές καταχωρίσεις, τοποθετείται στο κάτω μισό της κατάταξης, πίσω από τουριστικούς κολοσσούς όπως το Λονδίνο – 96.182 – και το Παρίσι – 95.461) αναδεικνύεται σε μια από τις πιο επιβαρυμένες πόλεις της Ευρώπης.
Με περίπου 20 καταχωρίσεις ανά 1.000 κατοίκους, η Αθήνα ξεπερνά το Λονδίνο (12,7), τη Βαρκελώνη (12,0) και τη Ρώμη (14,7), προσεγγίζει δηλαδή τα επίπεδα πόλεων που έχουν αναγνωριστεί διεθνώς για προβλήματα υπερτουρισμού.

Σε σύγκριση με τη Λισαβόνα (46,7) δείχνει ότι υπάρχει ακόμα «χώρος προς τα πάνω», αλλά η Αθήνα βρίσκεται ήδη σε ζώνη έντονης δομικής πίεσης, καθώς το πρόβλημα δεν είναι πόσα Airbnb υπάρχουν συνολικά, αλλά πόσο μεγάλο κομμάτι του οικιστικού αποθέματος απορροφούν.
Τα παραπάνω στοιχεία περιλαμβάνονται στην έρευνα της Prosperty η οποία παρουσιάστηκε χθες κατά τη διάρκεια του συνεδρίου Short Stay Athens Conference 2026 που διοργάνωσε ο Σύνδεσμος Εταιρειών Βραχυχρόνιας Μίσθωσης Ακινήτων (Stama Greece).
Βάσει των στοιχείων η Αθήνα λειτουργεί ως αγορά υψηλού όγκου, αλλά χαμηλής απόδοσης. Αυτό έχει ως συνέπεια οι ιδιοκτήτες να πιέζονται ώστε να μεγιστοποιούν την πληρότητα αντί την τιμή και την ίδια στιγμή η πίεση στην κατοικία είναι μεγάλη χωρίς αντίστοιχο κοινωνικό όφελος από υψηλά έσοδα.
Στο κέντρο της Αθήνας καταγράφονται 3.044 ενεργές καταχωρίσεις, κάτι που παραπέμπει σε εξαιρετικά υψηλή πυκνότητα. Εδώ η μέση ημερήσια τιμή των 142 ευρώ είναι αισθητά υψηλότερη από τον μέσο όρο της πόλης, γεγονός που δείχνει ότι το Κέντρο λειτουργεί ως τουριστική μηχανή υπεραξίας. Η Πλάκα, ως κορυφαία περιοχή σε αριθμό καταχωρίσεων (906) αποτυπώνει τη μετατροπή ιστορικών γειτονιών σε σχεδόν μονο λειτουργικούς τουριστικούς θύλακες.
Γενικότερα, στο Εμπορικό Τρίγωνο, την Πλάκα και στο Κουκάκι, οι βραχυχρόνιες μισθώσεις κυριαρχούν, ενώ σε περιοχές όπως το Κολωνάκι και τα Εξάρχεια οι μακροχρόνιες μισθώσεις εξακολουθούν να έχουν ισχυρή παρουσία. Δεν έχει χαθεί όλο το κέντρο, αλλά έχουν δημιουργηθεί νησίδες πλήρους τουριστικοποίησης και άρα οι επιπτώσεις είναι διαφορετικές από γειτονιά σε γειτονιά.
Στην ίδια έρευνα η Θεσσαλονίκη περιγράφεται ως μια αναπτυσσόμενη αλλά διαφορετικής φύσης αγορά σε σχέση με την Αθήνα. Καταγράφονται 4.606 ενεργές καταχωρίσεις, περισσότερες από το κέντρο της Αθήνας ως σύνολο, αλλά με χαμηλότερη μέση ημερήσια τιμή (87 ευρώ). Η αγορά της συμπρωτεύουσας βρίσκεται σε φάση ωρίμανσης, με αυξανόμενη ζήτηση αλλά χωρίς ακόμη τα επίπεδα τιμών της Αθήνας.
Η πληρότητα στη Θεσσαλονίκη είναι γενικά χαμηλότερη από την Αθήνα, με κορυφαία περιοχή την Παύλου Μελά (38,4%), ακολουθούμενη από Κορδελιό-Εύοσμο και το κέντρο. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η ζήτηση δεν περιορίζεται μόνο στο ιστορικό κέντρο, αλλά επεκτείνεται και σε δυτικές συνοικίες. Αυτό υποδηλώνει σταδιακή εξάπλωση της αγοράς και πιθανές ευκαιρίες επένδυσης σε λιγότερο τουριστικά ανεπτυγμένες περιοχές.
Τα νησιά του Αιγαίου, σύμφωνα πάντα με την ίδια έρευνα αποτελούν τη μεγαλύτερη περιφερειακή αγορά βραχυχρόνιας μίσθωσης στη χώρα, με 24.946 ενεργές καταχωρίσεις. Στις περισσότερες νησιωτικές αγορές οι βραχυχρόνιες μισθώσεις υπερκαλύπτουν πλήρως τις μακροχρόνιες. Σε νησιά όπως η Σαντορίνη, η Μύκονος και η Πάρος, η κατοικία για μόνιμους κατοίκους εμφανίζεται σχεδόν περιθωριοποιημένη. Η εικόνα καταδεικνύει τον δομικό χαρακτήρα του προβλήματος στέγασης στα νησιά, όπου ο τουρισμός έχει μετατραπεί στον κυρίαρχο χρήστη του οικιστικού αποθέματος.
Σε επίπεδο τιμών Μύκονος κυριαρχεί με μέση ημερήσια τιμή 723 ευρώ, ενώ ακολουθούν η Αντίπαρος και η Σαντορίνη. Ωστόσο, σε επίπεδο όγκου καταχωρίσεων, η Σαντορίνη και η Πάρος πλησιάζουν ή ξεπερνούν τη Μύκονο. Αυτό δείχνει ότι η Μύκονος παραμένει αγορά υψηλού εισοδήματος αλλά όχι απαραίτητα η μεγαλύτερη σε όρους προσφοράς.
Η Κρήτη παρουσιάζεται ως η μεγαλύτερη ενιαία νησιωτική αγορά, με 19.955 ενεργές καταχωρίσεις. Σε αντίθεση με τα νησιά του Αιγαίου, η αγορά χαρακτηρίζεται ως πιο ισορροπημένη, με σημαντική παρουσία κατοικίας, ιδίως στο Ηράκλειο.
Στο ίδιο συνέδριο ο Camilo Schmid Rivas, Research Analyst στον AirDNA (πάροχος δεδομένων και αναλύσεων για βραχυχρόνιες μισθώσεις) αναλύοντας την ελληνική αγορά βραχυχρόνιων μισθώσεων ανέφερε πως από το 2023 ενώ οι μεσογειακοί ανταγωνιστές επιβραδύνθηκαν, η Ελλάδα βρίσκεται πλέον κοντά στο να καταστεί η έκτη μεγαλύτερη αγορά βραχυχρόνιων μισθώσεων στην Ευρώπη, ξεπερνώντας τις 130.000 ενεργές καταχωρίσεις και προσπερνώντας την Κροατία. Η προσφορά έφτασε σε ιστορικό υψηλό περίπου 160.000 καταχωρίσεων το 2025, πριν από μια εποχική πτώση στο τέταρτο τρίμηνο.
Όπως είπε στην αγορά κυριαρχούν οι μικρές μονάδες, με τα στούντιο και τα διαμερίσματα ενός υπνοδωματίου να αντιστοιχούν στο μεγαλύτερο μέρος της προσφοράς και με ένα ισορροπημένο μείγμα διαμερισμάτων και βιλών. Οι νέες καταχωρίσεις εισέρχονται πιο προσεκτικά στην αγορά και τα δεδομένα της AirDNA δείχνουν ότι οι βαθμολογίες αξιολόγησης μειώνονται όσο αυξάνεται το μέγεθος του χαρτοφυλακίου.
Η Ελλάδα παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τη διεθνή ζήτηση, η οποία αντιστοιχεί περίπου στο 90% των κρατήσεων. Η ζήτηση από τις ΗΠΑ συνεχίζει να αυξάνεται, η Γερμανία παραμένει ισχυρή, αλλά η Γαλλία υποχωρεί εν μέσω οικονομικής αβεβαιότητας.
Ο ίδιος αναφέρθηκε και στη ζήτηση που καταγράφεται έως σήμερα για το καλοκαίρι του 2026 η οποία διαμορφώνεται ισχυρή, ιδιαίτερα τον Ιούλιο (+16%) και τον Αύγουστο (+11%), με τα πολυτελή ακίνητα να ηγούνται της ανάπτυξης, ενώ οι πιο άμεσοι μήνες (Φεβρουάριος έως Απρίλιος) εμφανίζουν ελαφριά μείωση. Μεγάλα γεγονότα, συμπεριλαμβανομένων των συναυλιών των Iron Maiden και Metallica στην Αθήνα, ήδη οδηγούν σε αύξηση των κρατήσεων της τάξης του 40% έως 80% σε ετήσια βάση γύρω από τις ημερομηνίες των εκδηλώσεων.


