Για να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις από τη μείωση των επιτοκίων της ΕΚΤ και δεδομένης της σημαντικής σύνδεσης της κερδοφορίας τους με τα έσοδα από τόκους δανείων, οι τράπεζες αναμένεται να δώσουν έμφαση στην αύξηση του χαρτοφυλακίου δανείων τους τα επόμενα χρόνια. Οι αναλυτές τονίζουν ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη μείωση των επιτοκίων, η ενίσχυση της πιστωτικής επέκτασης είναι ζωτικής σημασίας για τη διασφάλιση της κερδοφορίας των τραπεζών σε σταθερή και ισχυρή βάση.
Στο εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου του 2025, οι τέσσερις μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας αύξησαν τα ενήμερα δάνειά τους, και συνεπώς τα έσοδά τους, κατά περίπου 10,5 δισ. ευρώ.
Η καθαρή πιστωτική επέκταση ανήλθε σε 3,3 δισ. ευρώ για την Eurobank, σε 1,8 δισ. ευρώ για την Εθνική, σε 3,2 δισ. ευρώ για την Τράπεζα Πειραιώς και σε 2,2 δισ. ευρώ (+14%) για την Alpha Bank.
Η τάση της πιστωτικής επέκτασης συνεχίστηκε και στο τρίτο τρίμηνο, με τις καθαρές χορηγήσεις να φτάνουν τα 3 δισ. ευρώ, αυξάνοντας το συνολικό ποσό για το εννεάμηνο στα 10,5 δισ. ευρώ, σε σύγκριση με τον αρχικό ετήσιο στόχο των 12 δισ. ευρώ.
Σε συναντήσεις με σημαντικούς διεθνείς επενδυτικούς οίκους στα τέλη του 2024, οι επικεφαλής των ελληνικών τραπεζών είχαν θέσει ως στόχο τη χορήγηση νέων δανείων ύψους τουλάχιστον 10 δισ. ευρώ για το 2025. Ωστόσο, με βάση τα αποτελέσματα του εννεαμήνου, οι διοικήσεις των συστημικών τραπεζών αναθεώρησαν προς τα πάνω τους στόχους για την πιστωτική επέκταση και, σύμφωνα με τις νέες εκτιμήσεις, αναμένεται να υπερβούν τα 13,8 δισ. ευρώ που είχαν επιτευχθεί το 2024.
Την περασμένη χρονιά οι τέσσερις συστημικές τράπεζες αύξησαν τα ενήμερα δάνειά τους και κατ’ επέκταση τη βάση εσόδων τους κατά περίπου 13,8 δισ. ευρώ, που αποτελεί την ισχυρότερη επίδοση των 15 τελευταίων ετών, έναντι 5,8 δισ. το 2023.
Το 2024 η καθαρή πιστωτική επέκταση στην Eurobank διαμορφώθηκε στα 3,9 δισ. από 1,8 δις. το 2023, στην Εθνική στα 3,1 δισ. ευρώ από 1,3 δισ. ευρώ, στην Πειραιώς στα 3,6 δισ. ευρώ από 1,5 δισ. ευρώ και στην Alpha Bank στα 3,2 δισ. ευρώ από 1,2 δισ. ευρώ το 2023.
Η πιστωτική επέκταση ενισχύθηκε κατά 9% για το 2024 και με βάση τα στοιχεία της ΤτΕ. Ενισχύθηκε κατά 9% περίπου στο σύνολο του ιδιωτικού τομέα, κατά 13,8% στις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, κατά 0,7% σε ότι αφορά τους ελεύθερους επαγγελματίες αγρότες και τις ατομικές επιχειρήσεις και κατά 6,3% σε ότι αφορά τα καταναλωτικά δάνεια σε ιδιώτες. Αντιθέτως η πιστωτική επέκταση παρέμεινε αρνητική σε ότι αφορά τα στεγαστικά δάνεια κατά 2,6%.
Η κερδοφορία
Οι μεγάλες ελληνικές τράπεζες (Alpha Bank, Eurobank, Εθνική Τράπεζα και Τράπεζα Πειραιώς) ανακοίνωσαν συνολικά καθαρά κέρδη ύψους 3,509 δισ. ευρώ για το εννεάμηνο του 2025, έναντι 3,7 45 δισ. ευρώ σημειώνοντας μείωση 6,3% σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό εννεάμηνο.
Η καθαρή κερδοφορία, στο γ΄3μηνο έκλεισε στο 1,06 δισ. ευρώ η οποία είναι μεν η χαμηλότερη επίδοση για τα τρία τρίμηνα της χρονιάς αποτελεί ωστόσο ένα πολύ ενθαρρυντικό στοιχείο σταθεροποίησης της κερδοφορίας σε επίπεδα ανώτερα του ενός δισ. ευρώ. Όλα δείχνουν ότι και το 2025 οι τέσσερις συστημικοί πυλώνες της αγοράς θα ξεπεράσουν με άνεση τα 4 δισ. ευρώ. Με αυτή την επίδοση θα μπορούν να συνεχίσουν να μοιράζουν καλά μερίσματα αλλά και να δημιουργήσουν κεφάλαια απαραίτητο για χορήγηση νέων δανείων.
Τα έσοδα από τόκους των τεσσάρων συστημικών τραπεζών ανήλθαν στο εννεάμηνο Ιανουαρίου- Σεπτεμβρίου 2025 στα 6,131 δισ. ευρώ από 6,428 δισ. ευρώ το περυσινό αντίστοιχο χρονικό διάστημα, καταγράφοντας πτώση 4,6%.
Η Eurobank κατέγραψε έσοδα από τόκους στα 1,902 δισ. ευρώ αυξημένα κατά 4,0%, η Alpha Bank 1,197 δισ. ευρώ μειωμένα κατά 3,6%, η Εθνική στα 1,606 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά 9,8% και η Πειραιώς παρουσίασε έσοδα από τόκους 1,426 δισ. ευρώ μειωμένα κατά 9,5%.
Το σύνολο των εσόδων από τόκους στο γ΄3μηνο 2025 παρέμεινε πάνω από τα 2 δισ. ευρώ οριακά χαμηλότερα από το β’ τρίμηνο (-0,2%) και 8,7% χαμηλότερο από πέρυσι με το καθαρό περιθώριο από τόκους να κινείται σε ικανοποιητικά επίπεδα (2,42% από 2,46%).
Σύμφωνα με αναλυτές, όλα δείχνουν ότι το επόμενο τρίμηνο η τάση επιβράδυνσης των εσόδων από τόκους θα αντιστραφεί καθώς το επιτόκιο αναφοράς της ΕΚΤ θα παραμείνει σταθερό αν όχι σε όλο, σίγουρα στο μεγαλύτερο μέρος του δ’ τριμήνου. Τα υψηλότερα υπόλοιπα στο χαρτοφυλάκιο χορηγήσεων (1,7% στο τρίμηνο, +10,2% στο έτος) θα υποστηρίξουν καλύτερα έσοδα από τόκους.
Οι ελληνικές τράπεζες ωφελούνται σημαντικά από το ελληνικό story ανάκαμψης και την αύξηση του εταιρικού δανεισμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις διεθνών οίκων.
Σε εκτιμήσεις της, για τις ελληνικές τράπεζες, η S&P προβλέπει ότι το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας θα αυξηθεί κατά 2,4% κατά μέσο όρο την περίοδο 2024-2027, υπεραποδίδοντας των υπόλοιπων χωρών της ευρωζώνης.
Η συνεχιζόμενη απορρόφηση των κονδυλίων στήριξης της ΕΕ θα ενισχύσει τη ζήτηση για νέα εταιρικά δάνεια. Η S&P αναμένει ότι τα χαρτοφυλάκια δανείων των τραπεζών θα αυξηθούν κατά 4% το 2025.
Η αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας του δημοσίου αναβαθμίζει και το αξιόχρεο των τραπεζών, οι οποίες θα μπορούν να δανείζονται με πιο χαμηλά επιτόκια .
Σύμφωνα τον οίκο αξιολόγησης DBRS οι δομές εσόδων των ελληνικών τραπεζών βασίζονται σημαντικά στα καθαρά έσοδα από τόκους (NII), γι’ αυτό και η συνεχιζόμενη μείωση των επιτοκίων θα επηρεάσει αρνητικά τη δημιουργία εσόδων τους. Ωστόσο, οι νέες δανειακές ροές, που φαίνεται να είναι ισχυρότερες στην Ελλάδα σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη, θα συμβάλλουν στην μερική αντιστάθμιση της αρνητικής επίδρασης στα NII από τα χαμηλότερα επιτόκια.
Η Τράπεζα της Ελλάδος
Σύμφωνα με την ΤτΕ ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της χρηματοδότησης των νοικοκυριών από τα εγχώρια Νομισματικά και Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα (ΝΧΙ) τον Ιούνιο του 2025 έγινε θετικός για πρώτη φορά μετά από 15 έτη διαρκούς απομόχλευσης και τον Αύγουστο του 2025 διαμορφώθηκε σε 0,8% . Η αύξηση αυτή οφείλεται αποκλειστικά στα καταναλωτικά και λοιπά δάνεια (Αύγουστος 2025: 6,1%), καθώς ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής των στεγαστικών δανείων και των δανείων προς ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις παρέμεινε αρνητικός (-0,8% και -0,5% αντίστοιχα).
Σύμφωνα πάντα με την ΤτΕ τον Μάιο του 2025 η ετήσια αύξηση της χρηματοδότησης προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις (ΜΧΕ) διαμορφώθηκε στο 17,4%.Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο από τις αρχές του 2009, πριν δηλαδή τη χρεοκοπία του ελληνικού δημοσίου και την πολυετή περιπέτεια στην οποία εισήλθε η οικονομία και ο τραπεζικός κλάδος.
Τον Ιούνιο του 2025 η πιστωτική επέκταση στα δάνεια προς φυσικά πρόσωπα έγινε θετική για πρώτη φορά μετά από 15 χρόνια και παρέμεινε πάνω από το μηδέν μέχρι και τον Αύγουστο, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία.

