
| Δείκτης | Ελλάδα | Ευρωζώνη | Τι σημαίνει |
|---|---|---|---|
| Loan-to-Deposit ratio (Δάνεια/Καταθέσεις) | 60%–65% | ~100% | Οι ελληνικές τράπεζες έχουν πλεονάζουσα ρευστότητα και χαμηλότερη μόχλευση προς την οικονομία |
| Καταθετική βάση (ενδεικτικά) | >250 δισ. € | Μεγαλύτερη, αναλογικά πιο «απορροφημένη» από δάνεια | Στην Ελλάδα οι καταθέσεις είναι υψηλές σε σχέση με το ύψος των χορηγήσεων |
| NPL ratio (Μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα) | ~3%–4% | Χαμηλότερα στις περισσότερες χώρες (ενδεικτικά) | Η Ελλάδα έχει συγκλίνει σημαντικά, αλλά ο ιστορικός «φόβος» ρίσκου παραμένει |
| CET1 (Κεφαλαιακή επάρκεια) | 14%–15%+ | Σε παρόμοια/ελαφρώς χαμηλότερα επίπεδα κατά μέσο όρο | Ισχυρή κεφαλαιακή θέση που επιτρέπει ανάπτυξη, εφόσον υπάρξει βιώσιμη ζήτηση |
| Στεγαστικές εκταμιεύσεις (ετήσια βάση) | <2 δισ. € | Υψηλότερες και πιο σταθερές σε σχέση με την Ελλάδα | Η στεγαστική πίστη στην Ελλάδα ανακάμπτει από πολύ χαμηλή βάση |
| Πιστωτική επέκταση επιχειρήσεων (ετήσια) | +5%–6% | Μεταβλητή ανά χώρα, συνολικά πιο ώριμη αγορά | Η Ελλάδα «τρέχει» θετικά, αλλά η συνολική μόχλευση παραμένει χαμηλή |
Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα εισέρχεται στο 2026 με επίπεδα ρευστότητας που πριν από μία δεκαετία θα θεωρούνταν αδιανόητα. Οι συνολικές καταθέσεις διατηρούνται πάνω από τα 250 δισ. ευρώ, ενώ ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις (loan-to-deposit ratio) κινείται περίπου στο 60%–65%. Με άλλα λόγια, για κάθε 100 ευρώ που έχουν τοποθετηθεί στις τράπεζες, μόλις 60–65 ευρώ έχουν διοχετευθεί σε δανεισμό.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο αντίστοιχος δείκτης βρίσκεται κοντά ή και πάνω από το 100%, γεγονός που καταδεικνύει το μέγεθος της απόκλισης. Το ελληνικό σύστημα διαθέτει σημαντικό «χώρο» για πιστωτική επέκταση, χωρίς να χρειάζεται να αντλήσει κεφάλαια από τις αγορές. Παράλληλα, οι κεφαλαιακοί δείκτες CET1 των συστημικών τραπεζών υπερβαίνουν το 14%–15%, ενώ τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα έχουν περιοριστεί κοντά στο 3%–4%. Οι ισολογισμοί είναι καθαροί και τα κεφάλαια επαρκή.
Επιχειρηματική πίστη χωρίς επιθετική επιτάχυνση
Η ετήσια πιστωτική επέκταση προς επιχειρήσεις κινείται σε θετικό έδαφος, περίπου στο 5%–6%, αλλά δεν παρατηρείται η δυναμική που θα ανέμενε κανείς με δεδομένη τη ρευστότητα. Το φαινόμενο δεν εξηγείται μόνο από την πλευρά της προσφοράς.
Μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι, ιδίως στους τομείς της ενέργειας, των υποδομών και των ανανεώσιμων πηγών, χρηματοδοτούν επενδύσεις ύψους 500 εκατ. έως 1 δισ. ευρώ μέσω ίδιων κεφαλαίων, private equity, διεθνών project finance σχημάτων ή εταιρικών ομολόγων. Οι ελληνικές τράπεζες συμμετέχουν, αλλά δεν αποτελούν πλέον τον μοναδικό ή κυρίαρχο χρηματοδότη.
Η διαφοροποίηση των πηγών κεφαλαίου μειώνει τη ζήτηση για κλασικό τραπεζικό corporate lending και περιορίζει την πιστωτική επέκταση, ακόμη και όταν οι τράπεζες διαθέτουν την ικανότητα να δανείσουν.
Ο ρόλος του Ταμείου Ανάκαμψης
Το Ταμείο Ανάκαμψης έχει εγκρίνει επενδυτικά σχέδια άνω των 15 δισ. ευρώ, με σημαντική τραπεζική συμμετοχή. Ωστόσο, η φύση του εργαλείου είναι συμπληρωματική. Τα δάνεια του RRF καλύπτουν μέρος της επένδυσης, ενώ το υπόλοιπο προέρχεται από ίδια κεφάλαια ή άλλες μορφές χρηματοδότησης.
Η χρηματοδότηση είναι στοχευμένη σε συγκεκριμένους άξονες, όπως η πράσινη μετάβαση και η ψηφιοποίηση. Δεν δημιουργεί οριζόντια πιστωτική έκρηξη σε όλη την οικονομία. Έτσι, τα μεγάλα συνολικά νούμερα δεν μεταφράζονται σε αντίστοιχη αύξηση του τραπεζικού χαρτοφυλακίου δανείων.
Μικρομεσαίες επιχειρήσεις και χαμηλή ζήτηση δανείων
Το πιο κρίσιμο στοιχείο αφορά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Μετά από μια δεκαετία αυστηρών πιστοδοτικών κριτηρίων και αυξημένων εξασφαλίσεων, πολλές ΜμΕ εμφανίζονται διστακτικές απέναντι στον τραπεζικό δανεισμό.
Αντί να αιτηθούν νέα δάνεια, χρηματοδοτούν επενδύσεις με ίδια κεφάλαια, αξιοποιούν επιδοτήσεις ή περιορίζουν την επέκτασή τους. Σε πολλές περιπτώσεις, δεν υποβάλλουν καν αίτηση χρηματοδότησης, είτε επειδή δεν πληρούν τα κριτήρια είτε επειδή επιλέγουν χαμηλότερη μόχλευση. Η πιστωτική ζήτηση παραμένει συγκρατημένη όχι μόνο λόγω τραπεζικής επιφυλακτικότητας, αλλά και λόγω επιχειρηματικής στρατηγικής.
Στεγαστικά δάνεια σε χαμηλή βάση
Στο λιανικό κομμάτι, τα στεγαστικά δάνεια έχουν επιστρέψει σε θετικό πρόσημο, αλλά η βάση παραμένει χαμηλή. Οι ετήσιες εκταμιεύσεις κινούνται κάτω από τα 2 δισ. ευρώ, όταν πριν από το 2009 ξεπερνούσαν τα 10 δισ. ευρώ ετησίως. Παρά τα προγράμματα στήριξης και τη βελτίωση του οικονομικού κλίματος, η αγορά λειτουργεί με μεγαλύτερη πειθαρχία και αυστηρότερα loan-to-value ratios.
Από πιστωτικός μοχλός σε διαχειριστή ρευστότητας
Με loan-to-deposit ratio στο 60%–65% και δείκτες ρευστότητας που υπερβαίνουν σε πολλές περιπτώσεις το 150%, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα εμφανίζεται περισσότερο ως διαχειριστής ρευστότητας παρά ως επιθετικός πιστωτικός μοχλός ανάπτυξης.
Η αριθμητική δείχνει ότι υπάρχει δυνατότητα για σημαντική αύξηση των δανείων. Η πραγματικότητα δείχνει ότι η ζήτηση είναι επιλεκτική και η πιστωτική πολιτική αυστηρή. Το σύστημα δεν στερείται κεφαλαίων· στερείται ευρείας, βιώσιμης ζήτησης που να πληροί τα τραπεζικά και εποπτικά κριτήρια.
Συμπέρασμα
Το αφήγημα ότι «οι τράπεζες δεν δανείζουν» απλουστεύει υπερβολικά μια σύνθετη εικόνα. Το ελληνικό banking διαθέτει ισχυρή ρευστότητα, καθαρούς ισολογισμούς και κεφαλαιακή επάρκεια. Η περιορισμένη πιστωτική δυναμική αντανακλά βαθύτερα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της οικονομίας: μικρό μέγεθος επιχειρήσεων, διαφοροποίηση πηγών χρηματοδότησης και αυξημένη επιφυλακτικότητα.
Το ερώτημα για τα επόμενα χρόνια δεν είναι αν οι τράπεζες μπορούν να δανείσουν περισσότερο. Είναι αν η οικονομία θα δημιουργήσει επαρκή, ποιοτική και τραπεζικά βιώσιμη ζήτηση για να απορροφήσει τη διαθέσιμη ρευστότητα χωρίς να διακινδυνεύσει τη σταθερότητα που με τόσο κόστος αποκαταστάθηκε.


