«Λάδι στη φωτιά» του στεγαστικού προβλήματος της χώρας ρίχνει η συνεχιζόμενη αύξηση στο κόστος κατασκευής νέων κατοικιών.
Ενώ στην «πιάτσα» μηχανικοί και εργολάβοι μιλούν πλέον ανοικτά για κόστος ανά τετραγωνικό που έχει σπάσει το φράγμα των 2.000 ευρώ -κάτι που αποδίδεται και στις νέες απαιτήσεις των οικοδομικών αδειών για την ενεργειακή θωράκιση των νέων κατασκευών-, τα επίσημα στοιχεία δείχνουν αυξήσεις στις τιμές των οικοδομικών υλικών, που πλέον ξεπερνούν το 30% από το 2021 μέχρι σήμερα.
Το συνολικό κόστος κατασκευής έχει διαμορφωθεί στη συγκεκριμένη 4ετία στο 24% και αυτό διότι δεν αποτυπώνονται -ακόμη τουλάχιστον- μεγάλες αυξήσεις στο κόστος της εργασίας. Ακριβά οικοδομικά υλικά, εκτόξευση του κόστους γης και κερδοσκοπία, λόγω της αυξημένης ζήτησης, συνθέτουν το «κοκτέιλ» που συντηρεί την αύξηση στις τιμές πώλησης των ακινήτων, με το 2025 να κλείνει και αυτό -σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις- με αυξήσεις που θα προσεγγίσουν το 8%-9% σε ετήσια βάση.
Οι τιμές των οικοδομικών υλικών
Στο 30% διαμορφώθηκε το ποσοστό μεταβολής στις τιμές των οικοδομικών υλικών από το 2021 μέχρι το 2025, όπως προκύπτει από τον δείκτη τιμών υλικών κατασκευής νέων κτιρίων κατοικιών.
Για τον Δεκέμβριο του 2025, η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε ετήσια αύξηση 2,1% και πράγματι είναι η τελευταία των τελευταίων ετών και αισθητά χαμηλότερη σε σχέση με τον ετήσιο ρυθμό του άνω του 12% που είχε καταγραφεί το 2022.
Όμως, οι αυξήσεις λειτουργούν σωρευτικά. Ο δείκτης τιμών υλικών φιγουράρει πλέον στις 130,99 μονάδες και, με δεδομένο ότι το έτος βάσης του 2021 λαμβάνει τιμή 100, προκύπτει εύκολα το συμπέρασμα: τα οικοδομικά υλικά ακρίβυναν κατά 30% μέσα στην πληθωριστική και στεγαστική κρίση, ποσοστό σαφώς υψηλότερο συγκριτικά με τον μέσο ρυθμό μεταβολής των εισοδημάτων στο ίδιο χρονικό διάστημα.
Σε ετήσια βάση, οι μεγαλύτερες αυξήσεις, κατά τη διάρκεια του 2025, καταγράφηκαν στους χάλκινους αγωγούς (κάτι που προφανώς συνδέεται και με την έκρηξη στις τιμές των μετάλλων), οι οποίοι και ανατιμήθηκαν κατά 5,8%, ενώ ακολούθησαν τα θερμαντικά σώματα με +4,6%, οι πλαστικοί σωλήνες με +4,4% και η ηλεκτρική ενέργεια που ακρίβυνε κατά 4,1%. Ανατιμήσεις 3,5% υπήρξαν και στα κουφώματα αλουμινίου και 3,3% στο έτοιμο σκυρόδεμα. Μοναδική κατηγορία στην οποία η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε μείωση τιμής, μέσα στο 2025, ήταν ο οπλισμός σιδήρου, με το ποσοστό να μειώνεται κατά 1,4%.
Το κόστος κατασκευής νέων κτιρίων
Ο Γενικός Δείκτης Τιμών Κατηγοριών Έργων Κατασκευής Νέων Κτιρίων Κατοικιών του δ’ τριμήνου 2025, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο δείκτη του δ’ τριμήνου 2024, παρουσίασε αύξηση 2,1%, έναντι αύξησης 2,8% που σημειώθηκε κατά τη σύγκριση των αντίστοιχων δεικτών του έτους 2024 με το 2023. Ο Γενικός Δείκτης κατά το δ’ τρίμηνο 2025, σε σύγκριση με τον δείκτη του γ’ τριμήνου 2025, παρουσίασε αύξηση 0,7%. Κατά την αντίστοιχη σύγκριση των δεικτών του έτους 2024 σημειώθηκε επίσης αύξηση 0,7%.
Ο μέσος δείκτης του δωδεκαμήνου Ιανουαρίου 2025 – Δεκεμβρίου 2025, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο δείκτη του δωδεκαμήνου Ιανουαρίου 2024 – Δεκεμβρίου 2024, παρουσίασε αύξηση 2,3%, έναντι αύξησης 2,9% που σημειώθηκε κατά τα αντίστοιχα προηγούμενα δωδεκάμηνα.
Ο Γενικός Δείκτης Τιμών Κόστους Κατασκευής Νέων Κτιρίων Κατοικιών του δ’ τριμήνου 2025, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο δείκτη του δ’ τριμήνου 2024, παρουσίασε αύξηση 2,2%, έναντι αύξησης 3,6% που σημειώθηκε κατά την αντίστοιχη σύγκριση των δεικτών του έτους 2024 με το 2023. Ειδικότερα, η ετήσια αύξηση κατά 2,2% οφείλεται στην αύξηση του Δείκτη Τιμών Αμοιβής Εργασίας κατά 2,5% και στην αύξηση του Δείκτη Τιμών Υλικών κατά 2,0%.
Ο Γενικός Δείκτης κατά το δ’ τρίμηνο 2025, σε σύγκριση με τον δείκτη του γ’ τριμήνου 2025, παρουσίασε αύξηση 0,6%, έναντι αύξησης 0,8% που σημειώθηκε κατά την αντίστοιχη σύγκριση των δεικτών του έτους 2024. Ειδικότερα, η τριμηνιαία αύξηση κατά 0,6% οφείλεται στην αύξηση του Δείκτη Τιμών Αμοιβής Εργασίας κατά 0,9% και στην αύξηση του Δείκτη Τιμών Υλικών κατά 0,4%.
Ο μέσος δείκτης του δωδεκαμήνου Ιανουαρίου 2025 – Δεκεμβρίου 2025, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο δείκτη του δωδεκαμήνου Ιανουαρίου 2024 – Δεκεμβρίου 2024, παρουσίασε αύξηση 2,7%, έναντι αύξησης 3,7% που σημειώθηκε κατά τα αντίστοιχα προηγούμενα δωδεκάμηνα.


