Ο δρόμος ανοίγει διάπλατα για τη ναυπήγηση φρεγατών, κορβετών και υποβρυχίων στην Ελλάδα, μετά την ιστορικής σημασίας συμφωνία που υπέγραψε ο όμιλος ΟΝΕΧ Shipyards and Technologies με τον κορεατικό κολοσσό Hanwha Power Systems, η οποία αφορά τη συνεργασία στην ακτοπλοΐα και στην ενέργεια.
Των ΧΡ. ΜΑΖΑΝΙΤΗ, Θ. ΤΣΙΤΣΑ – ΠΗΓΗ: Realnews
Ουσιαστικά, η Ελλάδα, με επίκεντρο τα ναυπηγεία της Ελευσίνας και της Σύρου, αποκτά άμεσα τεχνογνωσία και μετατρέπεται σε στρατηγικό κόμβο, επεκτείνοντας τις υποδομές, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες και διευρύνοντας το οικονομικό αποτύπωμά της. Βάσει των στοιχείων που παρουσιάστηκαν, μόνο για κάθε παραγγελία ύψους 1 δισ. ευρώ του Πολεμικού Ναυτικού προς τα ναυπηγεία της ΟΝΕΧ, οι επιστροφές στην ελληνική οικονομία θα φτάνουν τα 5 δισ. ευρώ, κάτι που συνεπάγεται αύξηση του ΑΕΠ κατά περίπου 2%.
Το Πολεμικό Ναυτικό αυτή τη στιγμή θέλει να «τρέξει» άμεσα τέσσερα κομβικά προγράμματα: τη ναυπήγηση τεσσάρων νέων υποβρυχίων, 4+2 κορβετών και τεσσάρων νέων φρεγατών, καθώς και OPV/κανονιοφόρων. Σε αυτά προστίθενται οι αναβαθμίσεις των τεσσάρων φρεγατών ΜΕΚΟ, που ήδη έχουν καθυστερήσει, ο εκσυγχρονισμός των τεσσάρων υποβρυχίων TYPE214 κλάσης ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ και η αναβάθμιση των ΤΠΚ/πυραυλακάτων κλάσης ΡΟΥΣΣΕΝ.
Eπιπλέον, όμως, ειδικά στα ναυπηγεία της Ελευσίνας, όπου αναμένεται να γίνουν μεγάλες επενδύσεις με νέες υποδομές δρομολογείται και η κατασκευή των πιο σύγχρονων πολεμικών σκαφών που σχεδιάζουν οι ΗΠΑ. Πρόκειται για νέα εξοπλιστικά προγράμματα τα οποία ενδέχεται να ανακοινωθούν ακόμα και στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα. Τα πλοία αυτά, όπως φρεγάτες, κορβέτες και υποβρύχια θα μπορούν να ναυπηγούνται στην Ελλάδα για λογαριασμό οποιασδήποτε άλλης χώρας του κόσμου. Τα ελληνικά ναυπηγεία, λόγω της σύμπραξης με ΗΠΑ και Νότια Κορέα, αποκτούν μεγάλες δυνατότητες, με τις βλέψεις να μην περιορίζονται στην ελληνική αγορά αλλά σε όλη την Ευρώπη, στις χώρες της Μεσογείου και στη Μέση Ανατολή.
Ακόμη, επειδή η ΟΝΕΧ είναι αμερικανική εταιρεία, που έχει χρηματοδοτηθεί από την αμερικανική αναπτυξιακή τράπεζα, δηλαδή τον κρατικό οργανισμό επενδύσεων DFC, μπορεί να ναυπηγήσει πλοία και για το αμερικανικό πολεμικό ναυτικό στην Ελλάδα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αύξηση των θέσεων εργασίας, την οικονομία της χώρας και κυρίως το στρατηγικό βάρος που αποκτά. Τα χρονοδιαγράμματα των επενδύσεων πρόκειται επίσης να γίνουν γνωστά το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα. Οι πληροφορίες όμως αναφέρουν ότι οι εργασίες για την αναβάθμιση των υποδομών στην Ελευσίνα μπορεί να ξεκινήσουν ακόμα και μέσα στο 2027.
Η συμφωνία
Η συμφωνία μεταξύ ΟΝΕΧ και Hanwha, που υπεγράφη την Τετάρτη στην Ουάσιγκτον, χαρακτηρίζεται ως ιστορική διότι είναι η πρώτη φορά που η Ελλάδα διευρύνει το ναυπηγικό αποτύπωμά της εκτός συνόρων, με το σχέδιο να περιλαμβάνει την επένδυση, από κοινού με την Κορέα, στις ΗΠΑ, με προοπτική ακόμη και απόκτησης ναυπηγείου στις ΗΠΑ.
Η σύμπραξη των δύο ομίλων διευρύνει σημαντικά το βιομηχανικό και γεωστρατηγικό εκτόπισμα της χώρας, εξ ου και η παρουσία του ίδιου του υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, στην τελετή υπογραφής. Οπως ανέφερε στην ομιλία του, το αμερικανικό σχέδιο δράσης για τη ναυτιλία, που δημοσιοποίησε πρόσφατα ο Λευκός Οίκος, «σηματοδοτεί μια ιστορική μετατόπιση» ανοίγοντας τον δρόμο για τη συμμετοχή αξιόπιστων εταίρων όσον αφορά την ενίσχυση τόσο της εμπορικής όσο και της στρατιωτικής ναυπηγικής βιομηχανίας των Ηνωμένων Πολιτειών. Το πόσο μεγάλη σημασία δίνουν οι ΗΠΑ σε αυτή τη συμφωνία αποτυπώθηκε από την παρουσία του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάικλ Ρήγας, του διευθυντή του υπουργείου Μεταφορών των ΗΠΑ, Στέφεν M. Κάρμελ και της πρέσβεως των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Kίμπερλι Γκιλφόιλ. Η ίδια η πρέσβης μετέφερε τα σχέδια του Αμερικανού Προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, για την ενεργειακή αυτονομία της Ευρώπης και την απεξάρτηση της ακτοπλοΐας και της ποντοπόρου ναυτιλίας από τα κινεζικά ναυπηγεία.
«Ελλάδα και ΗΠΑ έχουμε σημειώσει σημαντική πρόοδο στην ενεργειακή συνεργασία, αλλά οι προσπάθειές μας δεν περιορίζονται σε έναν μόνο τομέα. Στόχος μας είναι να ενισχύσουμε κάθε πτυχή της οικονομικής συνεργασίας ΗΠΑ – Ελλάδας, καθιστώντας τις χώρες μας ισχυρότερες, πιο ανθεκτικές και πιο ανταγωνιστικές. Δεσμευόμαστε για ένα ανοιχτό και προβλέψιμο επενδυτικό περιβάλλον που ενισχύει το διεθνές εμπόριο και προστατεύει τις εφοδιαστικές αλυσίδες. Παράλληλα, επενδύουμε σε υποδομές που θα προστατεύσουν την Αμερική και τους συμμάχους της από όσους εργαλειοποιούν την ενέργεια, τη ναυτιλία και το εμπόριο για γεωπολιτικούς σκοπούς», ανέφερε η Κ. Γκιλφόιλ.
Μεταξύ των προτεραιοτήτων των εταιρειών, μέσω της συνεργασίας ONEX Shipyards & Technologies και Hanwha Power Systems, είναι η επέκταση των ναυτιλιακών βιομηχανικών δυνατοτήτων με έδρα τις ΗΠΑ και η επιτάχυνση της ανάπτυξης κρίσιμων ενεργειακών υποδομών, συμπεριλαμβανομένων θαλάσσιων επιχειρήσεων που υποστηρίζουν υπεράκτιες και παράκτιες εγκαταστάσεις επαναεριοποίησης, παραγωγή ενέργειας και πλατφόρμες και εγκαταστάσεις αποθήκευσης ενέργειας. Οπως ανακοινώθηκε αμέσως μετά την υπογραφή της διμερούς συμφωνίας στο υπουργείο Μεταφορών των ΗΠΑ, ONEX και Hanwha προχωρούν από κοινού:
- Στην ανάπτυξη νεότευκτων πλοίων με δυνατότητα χρήσης LNG.
- Σε συντονισμένες δυνατότητες τεχνικής υποστήριξης και προμηθειών για την επιτάχυνση της εκτέλεσης και της σύναψης συμβάσεων.
- Στη βιομηχανική συνεργασία.
- Στην υποστήριξη για τη βελτιστοποίηση της αποδοτικότητας των ναυπηγείων, συμπεριλαμβανομένων βελτιώσεων στη μηχανική παραγωγής και στη ροή εργασιών για προγράμματα νέων ναυπηγήσεων, καθώς και στη βελτιστοποίηση της εφοδιαστικής αλυσίδας με αξιοποίηση του παγκόσμιου δικτύου προμηθευτών και των συστημάτων προμηθειών της Hanwha.
Παράλληλα, συμφώνησαν στην περαιτέρω κοινή επέκταση δραστηριοτήτων στις Ηνωμένες Πολιτείες, με έμφαση στην επαναφορά περισσότερων εργασιών παραγωγής και ενσωμάτωσης ναυτιλιακής ενέργειας στις ΗΠΑ και στην ενίσχυση αξιόπιστων αλυσίδων εφοδιασμού. Οπως αναφέρεται στη σχετική ανακοίνωση, η συμφωνία καλύπτει επίσης συνεργασία σε υπεράκτιες και παράκτιες εγκαταστάσεις επαναεριοποίησης, παραγωγή ενέργειας και πλατφόρμες και εγκαταστάσεις αποθήκευσης ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης της διερεύνησης βραχυπρόθεσμων ευκαιριών για επέκταση της παραγωγής και ενσωμάτωσης με έδρα τις ΗΠΑ. Επιπλέον, οι δύο εταιρείες θα έχουν συνεργασία σε:
- Θαλάσσιες επιχειρήσεις που υποστηρίζουν υπεράκτιες και παράκτιες εγκαταστάσεις επαναεριοποίησης.
- Πλατφόρμες και εγκαταστάσεις παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας.
Τέλος, οι δύο εταιρείες συμφώνησαν να συνεργαστούν για τη συντονισμένη υποστήριξη εκτέλεσης και προμηθειών και σε σχετικές ευκαιρίες νέων ναυπηγήσεων και ενεργειακών πλατφορμών. Ουσιαστικά, για πρώτη φορά οι Ελληνες εφοπλιστές αποκτούν πρόσβαση στην Ελλάδα σε ναυπηγείο το οποίο όχι μόνο θα τους καλύπτει για τις εργασίες συντήρησης που χρειάζονται στα πλοία τους αλλά και για την αναβάθμισή τους με τεχνολογίες αιχμής, καθώς και για τη ναυπήγηση νέων μονάδων που θα υιοθετούν «πράσινες τεχνολογίες». Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο στα Ναυπηγεία Ελευσίνας «τρέχει» ένα επενδυτικό πλάνο περίπου 650 εκατ. ευρώ, το οποίο, μετά τις νέες εξελίξεις, μπορεί να φτάσει το 1 δισ. ευρώ. Μάλιστα, για τη δυνατότητα ναυπήγησης πλοίου LNG στην Ελλάδα ήδη έχει αρχίσει να εκδηλώνεται ενδιαφέρον, το οποίο δεν αποκλείεται σύντομα να φέρει και τις πρώτες ανακοινώσεις.
Τι δείχνει η παρουσία του «Gerald Ford» στη Σούδα
Οι εργασίες στο αεροπλανοφόρο των ΗΠΑ και τα διθυραμβικά σχόλια των Αμερικανών για τη σημασία της βάσης στην Κρήτη
Η ολιγοήμερη παραμονή του αεροπλανοφόρου «USS Gerald R. Ford» στη ναυτική βάση της Σούδας προκάλεσε έντονο διεθνές ενδιαφέρον και ανέδειξε, για ακόμη μία φορά, τη στρατηγική σημασία της Κρήτης στην ανατολική Μεσόγειο. Η παρουσία του μεγαλύτερου και τεχνολογικά πιο προηγμένου αεροπλανοφόρου του αμερικανικού στόλου σε ελληνικό λιμάνι δεν θεωρήθηκε μια απλή στάση ανεφοδιασμού, αλλά ένδειξη της επιχειρησιακής βαρύτητας που έχει αποκτήσει η Σούδα σε περιόδους γεωπολιτικής έντασης και στρατιωτικής κινητικότητας στην ευρύτερη περιοχή. Κατά την παραμονή του αεροπλανοφόρου έγιναν εργασίες για το αποχετευτικό του δίκτυο. Η Σούδα είναι το μοναδικό μέρος στον κόσμο, εκτός των ΗΠΑ, όπου μπορούν να γίνουν αυτές οι μικρές ή ακόμα και μεγαλύτερες εργασίες συντήρησης.
Η βάση φιλοξενεί κατά μέσο όρο περίπου 1.000 Αμερικανούς στρατιωτικούς και πολιτικό προσωπικό και λειτουργεί ως προωθημένος κόμβος υποστήριξης του 6ου Στόλου των ΗΠΑ. Ο φυσικός λιμένας της είναι από τους βαθύτερους στη Μεσόγειο, επιτρέποντας τον ελλιμενισμό πλοίων άνω των 100.000 τόνων, συμπεριλαμβανομένων αεροπλανοφόρων και μεγάλων μονάδων συνοδείας. Οι εγκαταστάσεις καυσίμων, αποθήκευσης και τεχνικής υποστήριξης επιτρέπουν τη γρήγορη επαναφορά επιχειρησιακής ετοιμότητας, στοιχείο κρίσιμο όταν απαιτείται άμεση ανάπτυξη δυνάμεων.
Το στρατιωτικό αεροδρόμιο που συνδέεται με τη βάση διαθέτει διάδρομο περίπου 3.350 μέτρων. Μπορεί να υποδεχθεί βαρέα μεταγωγικά αεροσκάφη, στρατηγικά βομβαρδιστικά και αεροσκάφη εναέριου ανεφοδιασμού. Από την Κρήτη, η Μέση Ανατολή βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη των δύο ωρών πτήσης, ενώ η πρόσβαση στη Διώρυγα του Σουέζ επιτυγχάνεται σε περίπου ένα 24ωρο πλεύσης. Η γεωγραφική αυτή θέση επιτρέπει ταχεία μεταφορά ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων προς πολλαπλά θέατρα επιχειρήσεων, από τον Περσικό Κόλπο έως τη βόρεια Αφρική.
Το θεσμικό πλαίσιο της συνεργασίας καθορίζεται από τη Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (MDCA) μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ. Η συμφωνία αυτή ανανεώθηκε και επεκτάθηκε το 2019 και το 2021 και πλέον έχει επ’ αόριστον διάρκεια, με δυνατότητα καταγγελίας από οποιαδήποτε πλευρά με προειδοποίηση δύο ετών. Προβλέπει χρήση ελληνικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων από αμερικανικές δυνάμεις, τελωνειακές και φορολογικές διευκολύνσεις, καθώς και ρυθμίσεις δικαιοδοσίας βάσει του καθεστώτος SOFA του ΝΑΤΟ. Η κυριαρχία των εγκαταστάσεων παραμένει ελληνική, ενώ η χρήση γίνεται βάσει συμφωνημένων όρων και διαδικασιών.
Τα τελευταία χρόνια έχουν υλοποιηθεί σημαντικές επενδύσεις σε έργα αναβάθμισης, περιλαμβανομένων εγκαταστάσεων ανεφοδιασμού καυσίμων, έργων ασφαλείας και βελτιώσεων στις λιμενικές και αεροπορικές υποδομές. Παράλληλα, πραγματοποιούνται τακτικά κοινές ασκήσεις και συνεκπαιδεύσεις, ενισχύοντας τη διαλειτουργικότητα ελληνικών και αμερικανικών δυνάμεων. Η συχνότητα προσεγγίσεων πολεμικών πλοίων και στρατιωτικών αεροσκαφών έχει αυξηθεί την τελευταία δεκαετία, ενισχύοντας τον ρόλο της βάσης ως σταθερού επιχειρησιακού σημείου αναφοράς.
Σταθμός
Η πρόσφατη παρουσία του αεροπλανοφόρου «USS Gerald R. Ford» έτυχε ευρείας κάλυψης από διεθνή μέσα ενημέρωσης σε Ευρώπη, Ηνωμένες Πολιτείες και Μέση Ανατολή. Σε αναλύσεις επισημάνθηκε ότι η Σούδα αποτελεί έναν από τους ελάχιστους κόμβους στη Μεσόγειο που συνδυάζουν ναυτική και αεροπορική υποστήριξη μεγάλης κλίμακας. Σχολιαστές ανέδειξαν τη δυνατότητα της βάσης να λειτουργεί ως ενδιάμεσος σταθμός σε περιόδους κλιμάκωσης, επιτρέποντας γρήγορη αναδιάταξη δυνάμεων και προβολή ισχύος σε κρίσιμες περιοχές.
Κατά καιρούς, Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν περιγράψει τη Σούδα ως κρίσιμη για επιχειρήσεις που εκτείνονται από τα Βαλκάνια έως τη Μέση Ανατολή και τη βόρεια Αφρική. Εχουν τονίσει ότι ο συνδυασμός βαθέος λιμένα, εκτεταμένων αεροπορικών δυνατοτήτων και γεωγραφικής εγγύτητας σε ζώνες κρίσης προσφέρει επιχειρησιακή ευελιξία που δύσκολα αντικαθίσταται. Η Ελλάδα συχνά χαρακτηρίζεται πυλώνας σταθερότητας στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, με τη Σούδα να αποτελεί βασικό στοιχείο αυτής της αξιολόγησης.
Για την Ελλάδα, η στρατηγική σημασία της βάσης μεταφράζεται σε αυξημένο γεωπολιτικό βάρος, αλλά και σε πολιτικές ευθύνες. Η χώρα συγκαταλέγεται σταθερά μεταξύ των μελών του ΝΑΤΟ που δαπανούν πάνω από το 2% του ΑΕΠ για την άμυνα, ενώ η εμβάθυνση της συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες ενισχύει τη θέση της στο πλαίσιο της Συμμαχίας. Παράλληλα, η χρήση της Σούδας σε περιόδους έντασης σημαίνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε άμεση εγγύτητα με εξελίξεις που υπερβαίνουν τα εθνικά της όρια και επηρεάζουν την περιφερειακή σταθερότητα.


