
Οι γεωπολιτικές αναταραχές επηρέασαν και σήμερα (Τετάρτη, 11/3) το επενδυτικό κλίμα στη Wall Street, με την ανακοίνωση για την απελευθέρωση πετρελαϊκών αποθεμάτων από τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας να αντιμετωπίζεται απλώς ως μια προσωρινή ανάσα για την αγορά, την ώρα που ο πόλεμος στο Ιράν συνεχίζεται και προκαλεί αλυσιδωτές αρνητικές επιπτώσεις στις οικονομίες.
Όπως είχε φανεί από την αρχή της συνεδρίασης, οι μεικτές τάσεις επικράτησαν σήμερα, με τον Dow Jones να κλείνει με πτώση 289,24 μονάδων (–0,61%), στις 47.417,27 μονάδες.
Ο δείκτης Nasdaq, στον οποίο δεσπόζουν τίτλοι εταιρειών του τομέα της τεχνολογίας, έκλεισε με άνοδο 19,03 μονάδων (+0,08%), στις 22.716,13 μονάδες.
Παράλληλα, ο S&P 500, ενδεικτικός της γενικής τάσης, έκλεισε με πτώση 5,68 μονάδων (–0,08%), στις 6.775,80 μονάδες.
Στις αγορές ομολόγων, η απόδοση του 10ετούς ανέβηκε στο 4,21% και του 2ετούς στο 3,63%.
Εν τω μεταξύ, η τιμή του αμερικανικού αργού ξεπέρασε τα 87 δολάρια παρά την έγκριση για αποδέσμευση αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης 400 εκατ. βαρελιών.
Πιο αναλυτικά, η τιμή του Brent εκτινάχθηκε 5,1% στα 92,27 δολάρια ανά βαρέλι και η τιμή του αργού WTI κινήθηκε υψηλότερα 5% στα 87,67 δολάρια.
Στον αντίποδα, η τιμή του χρυσού υποχώρησε 1,2% στα 5.180 δολ./oz.
Τραμπ: Εξετάζει απελευθέρωση στρατηγικών αποθεμάτων και από τις ΗΠΑ
Γνωστό έγινε, ακόμη, ότι και ο Ντόναλντ Τραμπ προετοιμάζεται να επικαλεστεί εξουσίες που χρονολογούνται από την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, προκειμένου να ανοίξει τον δρόμο για την επανεκκίνηση της πετρελαϊκής παραγωγής στις ακτές της νότιας Καλιφόρνιας, με στόχο να συμβάλει στην αντιμετώπιση της παγκόσμιας έλλειψης αργού που έχει προκληθεί από τον πόλεμο.
Ωστόσο, οι πληροφορίες αυτές, παρότι συνέβαλαν στο να περιοριστούν οι απώλειες των χρηματιστηριακών δεικτών, δεν κατάφεραν να αντιστρέψουν το επιφυλακτικό κλίμα που επικρατεί στις αγορές.
Αυτό – σύμφωνα με τους αναλυτές – δεν οφείλεται τόσο στη δυσπιστία των επενδυτών απέναντι στις διαβεβαιώσεις του Τραμπ ότι η σύγκρουση θα λήξει σύντομα, αλλά κυρίως στην εκτίμηση ότι οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου θα διαρκέσουν περισσότερο, καθώς οι πετρελαιοπαραγωγικές χώρες του Κόλπου θα χρειαστούν χρόνο για να επανέλθουν στα επίπεδα κανονικότητας που επικρατούσαν πριν από την έναρξη της σύγκρουσης.
Η απόφαση του IEA «δεν λύνει τα άλλα ζητήματα που θα επηρεάσουν την παγκόσμια οικονομία», εξήγησε ο Ρον Άλμπαρι, της Laird Norton Wetherby, αναφέροντας ενδεικτικά τη ροή των διυλισμένων προϊόντων που περνούν από τα Στενα του Ορμούζ, όπως το καύσιμο αεροπλάνων.
Οι «πρωταγωνιστές» της συνεδρίασης
Στην αγορά μετοχών, η Oracle Corporation ξεχώρισε με άνοδο 9% χάρη σε ισχυρά αποτελέσματα τριμήνου και θετικές προοπτικές ανάπτυξης στην υπηρεσία cloud, γεγονός που ικανοποίησε τους επενδυτές. Η UniFirst Corporation ενισχύθηκε επίσης μετά την ανακοίνωση εξαγοράς της από την Cintas Corporation έναντι 5,5 δισ. δολαρίων, ενώ η Nebius Inc. είδε άνοδο μετά την επένδυση 2 δισ. δολαρίων από την Nvidia για υποδομές τεχνητής νοημοσύνης.
Ο κλάδος της καθαρής ενέργειας κατέγραψε τρίτη συνεχόμενη ημέρα κερδών, με εταιρείες όπως η Ballard Power, η Bloom Energy και η Fluence Energy να επωφελούνται από την άνοδο στις τιμές πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα, προσελκύοντας επενδυτικές ευκαιρίες.
Στον αντίποδα, η Fair Isaac Corporation σημείωσε πτώση μετά την έκδοση ιδιωτικού ομολόγου 1 δισ. δολαρίων, προκαλώντας ανησυχίες για πιέσεις στη ρευστότητα. Αρνητική επίδοση παρουσίασαν επίσης η AeroVironment Inc. και η Campbell Soup Company λόγω αδύναμων αποτελεσμάτων και καθυστερήσεων στην απόδοση του τριμήνου.
Ορισμένες εταιρείες ιδιωτικού χρέους, όπως η Ares Management Corporation και η Blue Owl Capital Inc., υπέστησαν ήπιες απώλειες μετά από αναφορές ότι η JPMorgan Chase & Co. σκοπεύει να περιορίσει τον δανεισμό προς τα funds αυτού του τομέα, γεγονός που ενδέχεται να μειώσει προσωρινά την επενδυτική ζήτηση.
Τα γεωπολιτικά «κόβουν» τα μάκρο
Στο «μέτωπο» των μάκρο, τα στοιχεία στις ΗΠΑ για τον πληθωρισμό ήταν ενθαρρυντικά, ωστόσο τα γεωπολιτικά και οι φόβοι για το πετρέλαιο δεν επέτρεψαν στην αγορά να «γιορτάσει» τα νέα.
Τον Φεβρουάριο, ο δείκτης τιμών καταναλωτή διατηρήθηκε αμετάβλητος σε ετήσια βάση στο 2,4%, ενώ σε μηνιαία βάση σημείωσε μικρή άνοδο από 0,2% σε 0,3%. Ο δομικός δείκτης, που εξαιρεί τις πιο ευμετάβλητες κατηγορίες όπως τα τρόφιμα και η ενέργεια, κατέγραψε αύξηση 0,2% τον Φεβρουάριο, παραμένοντας σε ετήσια βάση σταθερός στο 2,5%.
«Οι αριθμοί του πληθωρισμού του Φεβρουαρίου ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά στη συνέχεια ήρθε η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και τώρα η πορεία αλλάζει», σχολίασε ο Μπράιαν Τζέικομπσεν από την Annex Wealth Management.
Παράλληλα, τα στοιχεία για τον Φεβρουάριο δείχνουν ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των ΗΠΑ παρέμεινε σχεδόν στα ίδια επίπεδα με πέρυσι, φτάνοντας τα 308 δισ. δολάρια, ενώ τα έσοδα από τους δασμούς που είχε επιβάλει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δεν έχουν ακόμη επηρεαστεί από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου.
Σενάρια για τη στάση της Fed
Κατά την Έλεν Ζέντνερ από τη Morgan Stanley Wealth Management, η Fed, λόγω της συνεχούς αβεβαιότητας, θα συνεχίσει να είναι προσεκτική όσον αφορά τα επιτόκια.
Να σημειωθεί ότι η κύρια εκτίμηση της αγοράς εξακολουθεί να προβλέπει δύο μειώσεις επιτοκίων στο δεύτερο μισό του έτους, ωστόσο αυτή η προοπτική ενδέχεται να επηρεαστεί αρνητικά εάν οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν υψηλές και η σύγκρουση συνεχιστεί.
Άλλωστε, τα δεδομένα που θα δημοσιευτούν την Παρασκευή αναμένεται να δείξουν ότι ο πληθωρισμός παραμένει επίμονος. Οι οικονομολόγοι προβλέπουν αύξηση 0,4% στις προσωπικές καταναλωτικές δαπάνες τον Ιανουάριο, τον αγαπημένο δείκτη πληθωρισμού της Fed, ενώ σε σύγκριση με τον ίδιο μήνα πέρυσι η εκτίμηση είναι αύξηση 3,1%.


