Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε καλή θέση για να αντιμετωπίσει εξωτερικούς κραδασμούς.
Παρά το γεγονός ότι το δημόσιο χρέος μειώνεται σημαντικά, το πρωτογενές πλεόνασμα είναι πάνω από 4%, η ανεργία έχει υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδα από το 2008, υπάρχουν και κίνδυνοι όπως η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή με επιπτώσεις που μπορεί να έχει στον πληθωρισμό, την ιδιωτική κατανάλωση και τον τουρισμό.
Η έκθεση του ΔΝΤ (με βάση το άρθρο 4) για την Ελλάδα εκτιμά ότι η αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας θα εξαρτηθεί μέσα από ένα συνδυασμό πολιτικών όπως μία συνετή δημοσιονομική πολιτική, ενίσχυση της ανθεκτικότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων για την αντιμετώπιση διαρθρωτικών εμποδίων όπως οι χαμηλές συνολικές επενδύσεις, η υποτονική αύξηση της παραγωγικότητας και το δημογραφικό.
Με την αβεβαιότητα να «χτυπά» κόκκινο λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, το ΔΝΤ αναθεωρεί προς τα κάτω την εκτίμηση για τον ρυθμό ανάπτυξης φέτος στο 1,8% (έναντι πρόβλεψης 2% τον Οκτώβριο του 2025). Εκτιμά ότι οι υψηλότερες δημόσιες επενδύσεις και το πρόσφατο δημοσιονομικό πακέτο, συμπεριλαμβανομένων ευρείας κλίμακας μειώσεων στους συντελεστές φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, θα στηρίξουν την οικονομική δραστηριότητα, αλλά οι αυξημένες τιμές ενέργειας και η ασθενέστερη εξωτερική ζήτηση, που συνδέονται με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, αναμένεται να επιβαρύνουν την ιδιωτική κατανάλωση και τον τουρισμό.
Αναφορικά με τα μέτρα ανάχωμα στην ανοδική πορεία των τιμών στην ενέργεια, το ΔΝΤ εκτιμά ότι οποιαδήποτε στήριξη για τον μετριασμό των επιπτώσεων από τα σοκ στις τιμές ενέργειας θα πρέπει να είναι στοχευμένη και προσωρινή. Η στήριξη θα πρέπει να κατευθύνεται κυρίως στα ευάλωτα νοικοκυριά, αξιοποιώντας την πρόοδο της Ελλάδας στην ψηφιοποίηση για την επέκταση της κάλυψης και τη διασφάλιση αποτελεσματικής παροχής.
Τυχόν ενίσχυση προς τις επιχειρήσεις θα πρέπει να είναι προσωρινή, συντονισμένη σε ευρωπαϊκό επίπεδο, να περιορίζεται σε βιώσιμες ενεργοβόρες επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν χρηματοοικονομικές πιέσεις και να συνδέεται με ενέργειες για τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας. «Ο γενικός πληθωρισμός θα αυξηθεί και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα διευρυνθεί βραχυπρόθεσμα λόγω υψηλότερων τιμών ενέργειας, πριν επανέλθουν σε σταδιακά πτωτική πορεία».
Οι κίνδυνοι
Οι κίνδυνοι για τις προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας είναι:
* Μια παρατεταμένη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, κλιμάκωση γεωπολιτικών εντάσεων, αυξημένη αβεβαιότητα, κατακερματισμός του εμπορίου και πιθανές διαταραχές στις χρηματοπιστωτικές αγορές θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά την εγχώρια και εξωτερική ζήτηση και να αποδυναμώσουν τις ροές κεφαλαίων.
* Καθυστερήσεις στην υλοποίηση έργων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις καθώς ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την αξιοποίηση δεσμευμένων πόρων, περιορίζοντας τις επενδύσεις και την παραγωγικότητα. Από την άλλη πλευρά, ισχυρότερες από τις αναμενόμενες επιδράσεις του πρόσφατου δημοσιονομικού πακέτου και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων θα μπορούσαν να βελτιώσουν τις προοπτικές ανάπτυξης.
* Οι κίνδυνοι για τον πληθωρισμό παραμένουν ανοδικοί, λόγω περαιτέρω αυξήσεων στις παγκόσμιες τιμές βασικών εμπορευμάτων, αύξησης των μισθών ταχύτερα από την παραγωγικότητα και υψηλότερου κόστους που συνδέεται με δυσμενή κλιματικά σοκ.
Το πρωτογενές πλεόνασμα προβλέπεται να παραμείνει υψηλό στο 3,8% του ΑΕΠ το 2026, με τις απώλειες εσόδων από το δημοσιονομικό πακέτο (πακέτο φοροελαφρύνσεων που τέθηκαν σε ισχύ φέτος) να αντισταθμίζονται εν μέρει από τη συνεχιζόμενη βελτίωση στη φορολογική συμμόρφωση. Στο βασικό σενάριο, μεσοπρόθεσμα, το πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται να διατηρηθεί ισχυρό περίπου στο 2,75% του ΑΕΠ, ενώ ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά ακόμη 35 ποσοστιαίες μονάδες, φθάνοντας περίπου στο 110% έως το 2031.
Συστάσεις
Το Ταμείο συστήνει την καθιέρωση ενός συστηματικού, πολυετούς πλαισίου για την αξιολόγηση των φορολογικών δαπανών (φοροαπαλλαγές) καθώς θα συνέβαλλε στον εντοπισμό και τη σταδιακή κατάργηση παρωχημένων ή αναποτελεσματικών μέτρων. Μάλιστα προτείνει τη δημιουργία μηχανισμού, βασισμένου σε κανόνες, για την περιοδική προσαρμογή των φορολογικών κλιμακίων, των εκπτώσεων και των ορίων στον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων με στόχο την αποφυγή της «δημοσιονομικής διολίσθησης» και στην προστασία των πραγματικών εισοδημάτων των νοικοκυριών. «Η απλοποίηση και συγκέντρωση των διαδικασιών δημοσίων προμηθειών, η ενίσχυση της εποπτείας και η επέκταση της χρήσης ηλεκτρονικών προμηθειών θα βελτίωναν την αποδοτικότητα και θα στήριζαν την αποτελεσματικότερη υλοποίηση των δημόσιων επενδύσεων».
Απαραίτητο κρίνει το Ταμείο τη συνέχιση φιλόδοξων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για τη στήριξη της ανάπτυξης σε υψηλά επίπεδα μεσοπρόθεσμα και τη μείωση του επίμονου ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Αξιολογεί μάλιστα θετικά την μεταρρυθμίσεις όπως το κτηματολόγιο και στο δικαστικό σύστημα.
Παράλληλα, εκτιμά ότι η προώθηση του ψηφιακού μετασχηματισμού στον ιδιωτικό τομέα αποτελεί βασική προτεραιότητα. «Η εθνική στρατηγική για την τεχνητή νοημοσύνη παρέχει ένα χρήσιμο πλαίσιο, προσφέροντας κοινές υποδομές και ενισχύοντας τη συνεργασία μεταξύ επιχειρήσεων και ακαδημαϊκών ιδρυμάτων. Η διεύρυνση της πρόσβασης σε χρηματοδότηση για καινοτόμες επιχειρήσεις — μέσω, μεταξύ άλλων, κεφαλαίων επιχειρηματικού κινδύνου και αναπτυξιακών τραπεζών — θα ενίσχυε τις ψηφιακές επενδύσεις».
Προτεραιότητες αποτελούν με βάση το ΔΝΤ, η αναβάθμιση του χωροταξικού σχεδιασμού και των πλαισίων αδειοδότησης, η απλοποίηση των διαδικασιών εισόδου και εξόδου από την αγορά και ο εκσυγχρονισμός των εμπορικών διαδικασιών μέσω ψηφιοποίησης.
Κρίσιμη θεωρεί επίσης, την ενίσχυση των κινήτρων για εργασία, μέσω καλύτερης ενσωμάτωσης των απαιτήσεων αναζήτησης εργασίας και της σταδιακής κατάργησης ορισμένων χαρακτηριστικών των επιδομάτων ανεργίας. Στοχευμένες πολιτικές στην αγορά εργασίας και προγράμματα δια βίου μάθησης, ιδίως σε τομείς υψηλής ζήτησης, θα βοηθούσαν στην κάλυψη των ελλείψεων δεξιοτήτων.
Αναφερόμενο στην Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, ζήτημα που έχει θέσει ως προτεραιότητα ο πρόεδρος του Eurogroup Κυριάκος Πιερρακάκης, επισημαίνει ότι θα μείωνε το κόστος χρηματοδότησης και θα κινητοποιούσε κεφάλαια υψηλότερου κινδύνου, συμπληρώνοντας τα περιορισμένα εγχώρια αποθέματα αποταμίευσης. Η μεγαλύτερη κινητικότητα της εργασίας θα βοηθούσε στην αντιμετώπιση των δημογραφικών πιέσεων, ενώ η ενοποίηση των ενεργειακών αγορών θα συνέβαλε στην ενεργειακή ασφάλεια με χαμηλότερες και πιο σταθερές τιμές ενέργειας.
Πολιτικές Στέγασης
Οι πολιτικές στέγασης που στοχεύουν στην αποτελεσματικότερη αξιοποίηση της υφιστάμενης προσφοράς, σε συνδυασμό με κατάλληλα σχεδιασμένα μέτρα ζήτησης, θα έκαναν πιο προσιτή την κατοικία. «Οι πιέσεις στην προσιτότητα εντείνονται λόγω ανισορροπιών μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, συμπεριλαμβανομένων τοπικών επιπτώσεων από τη βραχυχρόνια μίσθωση. Το υψηλό κόστος στέγασης, σε συνδυασμό με τη γήρανση και τη χαμηλή ενεργειακή απόδοση του κτιριακού αποθέματος και τα χαμηλά ποσοστά ανακαινίσεων, επιβαρύνει τα νοικοκυριά» τονίζει το Ταμείο.
Θεωρεί μάλιστα ότι θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην ενεργοποίηση του υποαξιοποιούμενου αποθέματος ακινήτων, μεταξύ άλλων, μέσω της επέκτασης προγραμμάτων ανακαίνισης με εισοδηματικά κριτήρια και της επιβολής πρόσθετης φορολόγησης σε κενά ακίνητα, ιδίως σε περιοχές υψηλής ζήτησης. «Η μείωση του κινδύνου στις μακροχρόνιες μισθώσεις — μέσω μεγαλύτερης ευελιξίας στις συμβάσεις, ταχύτερης επίλυσης διαφορών και μηχανισμών εγγύησης ενοικίων — θα ενίσχυε επίσης την προσφορά». Επιπλέον, απαιτούνται προσπάθειες για την άρση περιορισμών δυναμικότητας και τη βελτίωση της παραγωγικότητας στον κατασκευαστικό τομέα, ώστε να συγκρατηθεί το κόστος και να αυξηθεί η προσφορά κατοικιών. Παράλληλα, το ΔΝΤ εκτιμά ότι θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην επιτάχυνση των σχεδίων κοινωνικής κατοικίας προς ενοικίαση.
ΡΑΛΛΟΥ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ

