
Οι τιμές του πετρελαίου εκτινάχθηκαν μετά το διάγγελμα του Ντόναλντ Τραμπ το βράδυ της Τετάρτης για τον πόλεμο με το Ιράν, το οποίο δεν έδωσε καμία σαφή ένδειξη για το πότε θα μπορούσε να λήξει η σύγκρουση ή να ανοίξουν ξανά τα Στενά του Ορμούζ.
Η στενή αυτή θαλάσσια δίοδος, στα νότια παράλια του Ιράν, παραμένει ουσιαστικά κλειστή για τη ναυσιπλοΐα από την έναρξη των εχθροπραξιών. Ως αποτέλεσμα, έχει «παγιδευτεί» περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, μαζί με άλλους κρίσιμους πόρους, εμποδίζοντας τη διοχέτευσή τους στις διεθνείς αγορές.
Η περιορισμένη διαθεσιμότητα έχει ήδη οδηγήσει σε απότομη άνοδο των τιμών. Το αμερικανικό αργό πετρέλαιο αναφοράς (West Texas Intermediate) κατέγραψε αύξηση 11,6% την Πέμπτη, φτάνοντας τα 111 δολάρια το βαρέλι, από περίπου 65 δολάρια που ήταν πριν από την έναρξη του πολέμου τον περασμένο μήνα.
Αν και οι Ηνωμένες Πολιτείες εισάγουν σχετικά μικρό ποσοστό πετρελαίου μέσω των Στενών —περίπου 7% το 2024, σύμφωνα με την Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας— η διαταραχή επηρεάζει το σύνολο της διεθνούς αγοράς, η οποία καθορίζει τις τιμές των καυσίμων. Έτσι, η αύξηση στο πετρέλαιο μετακυλίεται άμεσα σε βενζίνη και ντίζελ, με τις τιμές να έχουν ήδη αυξηθεί κατά περισσότερο από 1 δολάριο ανά γαλόνι από την έναρξη της σύγκρουσης.
Οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι η παρατεταμένη άνοδος των τιμών ενέργειας μπορεί να οδηγήσει την οικονομία σε ύφεση. Αν και οι εκτιμήσεις διαφέρουν, πολλοί συγκλίνουν στο ότι το «όριο κινδύνου» βρίσκεται γύρω στα 130 δολάρια το βαρέλι, εφόσον οι τιμές παραμείνουν σε αυτά τα επίπεδα για αρκετούς μήνες. Ο αναλυτής Ρόμπερτ Φράι σημειώνει ότι ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε εύκολα να υλοποιηθεί αν τα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν κλειστά για εβδομάδες.
Ανάλογες εκτιμήσεις κάνουν και μεγάλοι οργανισμοί, όπως η Wells Fargo και η Oxford Economics, με τη δεύτερη να τοποθετεί το κρίσιμο όριο ακόμη υψηλότερα, στα 140 δολάρια. Ωστόσο, καθώς ο πόλεμος παρατείνεται και δεν διαφαίνεται επαναφορά της ομαλής ροής πετρελαίου, το ενδεχόμενο αυτό πλησιάζει όλο και περισσότερο.
Παράλληλα, οι εντεινόμενες διαταραχές αυξάνουν την αβεβαιότητα. Σε έρευνα της National Association for Business Economics, το 43% των οικονομολόγων εκτιμά πλέον ότι η πιθανότητα ύφεσης μέσα στους επόμενους 12 μήνες κυμαίνεται μεταξύ 35% και 50%, ποσοστό αυξημένο σε σχέση με πριν από την έναρξη του πολέμου.
Ο πόλεμος επιβαρύνει την οικονομία πολλαπλά: ενισχύει τον πληθωρισμό μέσω των αυξημένων τιμών ενέργειας, περιορίζει την καταναλωτική δαπάνη και επιβραδύνει τη συνολική ανάπτυξη, δημιουργώντας ένα ολοένα και πιο εύθραυστο οικονομικό περιβάλλον.


