Σε μεταβατικό στάδιο εισέρχεται η αγορά κατοικιών πολυτελείας στην Ελλάδα, σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και διεθνούς οικονομικής αναδιάταξης.
Η ζήτηση διατηρείται ισχυρή, αλλά οι ρυθμοί λήψης αποφάσεων γίνονται πιο μετρημένοι, σύμφωνα με τα επικαιροποιημένα στοιχεία της Greece Sotheby’s International Realty, από 1 Μαρτίου έως 22 Απριλίου 2026, το διάστημα δηλαδή που διαρκούν οι πολεμικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή.
Στο εξεταζόμενο 53ήμερο, οι εκδηλώσεις ενδιαφέροντος από διεθνείς αγοραστές αυξήθηκαν κατά 18,5% σε ετήσια βάση, ενώ η διάμεση αξία των ακινήτων που βρίσκονται υπό εξέταση ανήλθε στα 3 εκατ. ευρώ, από 2,1 εκατ. ευρώ πέρυσι, καταγράφοντας άνοδο 43%. Η συνολική αξία των ακινήτων που εξετάζονται από ενεργούς αγοραστές έφθασε τα 1,75 δισ. ευρώ.
Υποχώρηση και στις φυσικές επισκέψεις στα ακίνητα
Την ίδια στιγμή, η αξία των νέων συμφωνιών αγοραπωλησίας (reserved deals) ενισχύθηκε κατά 22% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, με μεγαλύτερο μέσο μέγεθος ανά συναλλαγή. Ωστόσο, ο αριθμός των νέων συμφωνιών εμφανίζεται μειωμένος, ενώ υποχώρηση καταγράφεται και στις φυσικές επισκέψεις στα ακίνητα, στοιχείο που αποδίδεται στη στάση αναμονής που υιοθετούν οι αγοραστές σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Όπως διευκρινίζεται, οι «reserved deals» αφορούν την υπογραφή δεσμευτικής συμφωνίας μεταξύ αγοραστή και πωλητή, με την οριστική μεταβίβαση να ακολουθεί συνήθως εντός τεσσάρων έως οκτώ μηνών, μετά την ολοκλήρωση των απαραίτητων νομικών και τεχνικών ελέγχων.
Τα ενδιάμεσα στάδια της διαδικασίας επιβραδύνονται
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι μικτή. Από τη μία πλευρά, η ζήτηση στο ανώτερο τμήμα της αγοράς παραμένει ανθεκτική και ενισχύεται σε όρους αξίας, από την άλλη, τα ενδιάμεσα στάδια της διαδικασίας επιβραδύνονται, καθώς οι αγοραστές παρατείνουν τον χρόνο αξιολόγησης πριν προχωρήσουν σε δεσμευτικές κινήσεις.
Το ίδιο μοτίβο αυτό και σε προηγούμενες περιόδους έντασης
Όπως σημειώνει ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Greece Sotheby’s International Realty, Σάββας Σαββαΐδης, «το βασικό ενδιαφέρον από διεθνείς αγοραστές διατηρείται και ενισχύεται, τόσο σε όγκο εκδηλώσεων όσο και σε αξία ακινήτων υπό εξέταση. Στο ενδιάμεσο στάδιο, οι φυσικές επισκέψεις έχουν υποχωρήσει και οι νέες συμφωνίες είναι λιγότερες, εικόνα που αντανακλά τη στάση αγοραστών οι οποίοι παρατείνουν τον χρόνο αξιολόγησης σε ένα περιβάλλον αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας».
Ο ίδιος επισημαίνει ότι το μοτίβο αυτό έχει καταγραφεί και σε προηγούμενες περιόδους έντασης, όπως το 2020 και το 2022, με τη βασική δομή της ζήτησης να παραμένει άθικτη και την ταχύτητα λήψης αποφάσεων να επανέρχεται με την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στις μετακινήσεις. Η άνοδος της διάμεσης αξίας κατά 43% αποδίδεται σε μετατόπιση της ζήτησης προς ακίνητα υψηλότερης κατηγορίας, τάση που επιβεβαιώνεται και από συμφωνία άνω των 15 εκατ. ευρώ που υπογράφηκε εντός της περιόδου αναφοράς.
Οι τρεις βασικοί δείκτες
Καθοριστικό για την πορεία της αγοράς το επόμενο διάστημα εκτιμάται ότι θα είναι το πώς θα κινηθούν τρεις βασικοί δείκτες.
Πρώτον, η ταχύτητα επανεκκίνησης των φυσικών επισκέψεων στα ακίνητα, που αποτελεί τον πιο άμεσο δείκτη ενεργοποίησης της ζήτησης.
Δεύτερον, η σύνθεση της ζήτησης και το κατά πόσο θα διατηρηθεί η σημερινή εστίαση σε ακίνητα υψηλής κατηγορίας ή θα υπάρξει εκ νέου διεύρυνση προς χαμηλότερα τμήματα.
Τρίτον, η ομαλή ολοκλήρωση των ήδη υπογεγραμμένων συμφωνιών σε τελικές μεταβιβάσεις, που αποτελεί τον πιο αξιόπιστο δείκτη πραγματικής δέσμευσης.
Σύμφωνα με την εταιρεία, μέχρι στιγμής οι συμφωνίες που έχουν υπογραφεί εξελίσσονται εντός των προβλεπόμενων χρονοδιαγραμμάτων, χωρίς ενδείξεις καθυστερήσεων ή ακυρώσεων.
Σε δομικό επίπεδο, η ελληνική αγορά κατοικιών πολυτελείας εμφανίζει ανθεκτικότητα την τελευταία δεκαετία, έχοντας απορροφήσει διαδοχικές κρίσεις, από τη δημοσιονομική κρίση έως την πανδημία και την ενεργειακή αναταραχή, χωρίς να διαρρηχθεί η βάση της ζήτησης.
Η συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το θεσμικό πλαίσιο ιδιοκτησίας, η σπανιότητα της ελληνικής ακτογραμμής και οι χαμηλότερες αποτιμήσεις της αγοράς υψηλών προδιαγραφών στην Αθήνα σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες συγκαταλέγονται στους βασικούς παράγοντες που στηρίζουν τη ζήτηση.

