Η κυβέρνηση Τραμπ άσκησε την Παρασκευή έφεση κατά της δικαστικής απόφασης σύμφωνα με την οποία οι προσωρινοί τελωνειακοί δασμοί 10% που επιβλήθηκαν τον Φεβρουάριο δεν δικαιολογούνται βάσει του νόμου των 1970s που επικαλέστηκε ο πρόεδρος.
Το ομοσπονδιακό δικαστήριο για το διεθνές εμπόριο (ITC), αποφάνθηκε την Πέμπτη, με ψήφους 2 προς 1, ότι το Άρθρο 122 του Εμπορικού Νόμου του 1974 δεν προοριζόταν για την αντιμετώπιση εμπορικών ελλειμμάτων που προκύπτουν όταν οι ΗΠΑ εισάγουν περισσότερα αγαθά από όσα εξάγουν. Ωστόσο, το δικαστήριο ακύρωσε τους δασμούς μόνο για τρεις εισαγωγείς που είχαν προσφύγει στη δικαιοσύνη: δύο μικρές επιχειρήσεις και την πολιτεία της Ουάσιγκτον.
Αν και η απόφαση αφορά μια σειρά δασμών που λήγουν σε περίπου δύο μήνες, σηματοδοτεί ένα ακόμη πλήγμα για τις φιλοδοξίες του Τραμπ όσον αφορά τους δασμούς και έρχεται μία εβδομάδα πριν από τη συνάντησή του με τον Κινέζο Πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο, όπου αναμένεται να συζητήσουν τις εμπορικές εντάσεις.
Όπως σχολιάζει το Reuters, η απόφαση αυτή ανοίγει τον δρόμο για μια ακόμη νομική μάχη σχετικά με επιστροφές δασμών αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων, τρεις μήνες αφότου το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ακύρωσε τους παγκόσμιους “αμοιβαίους” δασμούς που είχε επιβάλει ο Τραμπ βάση ενός άλλου νόμου.
Ο Τραμπ απέδωσε την ευθύνη για τη νέα απόφαση του δικαστηρίου σε “δύο ριζοσπάστες αριστερούς δικαστές”, μιλώντας στους δημοσιογράφους την Πέμπτη.
Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε τον Φεβρουάριο ότι ο Τραμπ δεν είχε την εξουσία να επιβάλει τους προηγούμενους δασμούς βάσει του Νόμος για τις Διεθνείς Οικονομικές Εξουσίες Έκτακτης Ανάγκης, οδηγώντας τον Τραμπ να επιβάλει δασμούς 10% σε όλες τις εισαγωγές, χρησιμοποιώντας το Άρθρο 122.
Οι νέοι δασμοί ήταν προσωρινή αντικατάσταση και επρόκειτο να λήξουν στις 24 Ιουλίου, εκτός αν παραταθούν από το Κογκρέσο.

