Ομοσπονδιακή δικαστής πάγωσε προσωρινά τη λειτουργία του ταμείου αποζημιώσεων που ίδρυσε η κυβέρνηση Τραμπ για τα “θύματα της πολιτικής εργαλειοποίησης”, το οποίο περιγράφεται από την αντιπολίτευση ως “μαύρο ταμείο” από το οποίο θα επωφεληθούν οι υποστηρικτές του.
Στις 18 Μαΐου το υπουργείο Δικαιοσύνης ανακοίνωσε ότι ιδρύει ένα ταμείου ύψους περίπου 1,8 δισεκ. δολαρίων από το οποίο θα αποζημιωθούν τα “θύματα” πολιτικών διώξεων – μεταξύ αυτών είναι και άνθρωποι που καταδικάστηκαν για την επίθεση στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021. Οι Δημοκρατικοί και ορισμένοι Ρεπουμπλικάνοι πολιτικοί δήλωσαν αμέσως αντίθετοι σε αυτή την πρωτοβουλία.
Κατά της ίδρυσης του ταμείου προσέφυγαν ένας πρώην ομοσπονδιακός εισαγγελέας που είχε ερευνήσει την εισβολή στο Καπιτώλιο, αστυνομικοί που υπηρετούν στο Κογκρέσο, μια τοπική συλλογικότητα και διάφορες οργανώσεις.
Η δικαστής Λεόνι Μπρινκέμα, του ομοσπονδιακού δικαστηρίου της Αλεξάντρια, στη Βιρτζίνια, τους δικαίωσε εν μέρει σήμερα. Απαγόρευσε μέχρι νεωτέρας στην κυβέρνηση να καταθέτει ή να αποσύρει χρήματα από αυτό το ταμείο, να εξετάζει αιτήματα αποζημίωσης και να διασφαλίσει ότι κανένα ποσό δεν θα δοθεί μέχρι να λάβει την οριστική απόφασή της. Όρισε επίσης μια νέα δικάσιμο, για τις 12 Ιουνίου, όπου δεν αποκλείεται να παρατείνει αυτό το “πάγωμα”.
Το ταμείο δημιουργήθηκε μετά την εξωδικαστική συμφωνία του υπουργείου Δικαιοσύνης –επικεφαλής του οποίου είναι προσωρινά ο πρώην προσωπικός δικηγόρος του προέδρου Τραμπ, ο Τοντ Μπλανς– με τον πρόεδρο και τους δύο μεγαλύτερους γιους του, προκειμένου να παραιτηθούν από την αγωγή τους σε βάρος της Εφορίας (IRS) για διαρροή των προσωπικών στοιχείων τους. Η οικογένεια Τραμπ ζητούσε από το αμερικανικό κράτος αποζημίωση ύψους 10 δισεκ. δολαρίων. Ο Τραμπ, οι συγγενείς του και οι επιχειρήσεις τους, με βάση αυτή τη συμφωνία, λαμβάνουν επίσης αναδρομικά φορολογική ασυλία, δηλαδή η IRS δεν επιτρέπεται να αμφισβητήσει τις παλαιότερες φορολογικές δηλώσεις τους.
Αυτήν την εβδομάδα 35 πρώην ομοσπονδιακοί δικαστές ζήτησαν να ανοίξει και πάλι η υπόθεση, που μπήκε στο αρχείο στις 18 Μαΐου, κρίνοντας ότι το δικαστήριο που θα την εξέταζε “παραπλανήθηκε”, επειδή ο Τραμπ και οι γιοι του δεν το ενημέρωσαν για τη συμφωνία που σύναψαν με το υπουργείο Δικαιοσύνης, κάτι που ενδέχεται να σημαίνει ότι “χειραγώγησαν το δικαστικό σύστημα”.
Αφού επέστρεψε στον Λευκό Οίκο ο Τραμπ απένειμε χάρη με διατάγματα σε 1.250 ανθρώπους που είχαν καταδικαστεί για την επίθεση στο Καπιτώλιο, μείωσε τις ποινές άλλων 14 και διέταξε να σταματήσουν οι διώξεις σε βάρος εκατοντάδων άλλων που δεν είχαν δικαστεί ακόμη.
Η σημερινή δικαστική απόφαση είναι “μια νίκη για τη διαφάνεια, το κράτος δικαίου και τον αμερικανικό λαό”, είπε η Σκάι Πέριμαν, επικεφαλής του Democracy Forward, μιας αντιτραμπικής ομάδας που προσέφυγε στη δικαιοσύνη κατά του ταμείου. “Καμία κυβέρνηση δεν έχει την εξουσία να δαπανά δημόσιο χρήμα σε ένα πρόγραμμα πολιτικών επιβραβεύσεων”, πρόσθεσε.

