Το πρωτοφανές κύμα καύσωνα που πλήττει τη Γαλλία δεν δοκιμάζει μόνο τις αντοχές των υποδομών και του συστήματος υγείας, αλλά μεταβάλλει και τους πολιτικούς συσχετισμούς ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027. Σύμφωνα με ανάλυση του Politico, οι ακραίες θερμοκρασίες έχουν επαναφέρει την κλιματική αλλαγή στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, δημιουργώντας έναν νέο πονοκέφαλο για τον ακροδεξιό Εθνικό Συναγερμό (Rassemblement National) της Μαρίν Λεπέν, ο οποίος επί σειρά ετών επιχειρούσε να υποβαθμίσει τη σημασία του ζητήματος.
Η δυσαρέσκεια των πολιτών για τη διαχείριση του καύσωνα από την κυβέρνηση θα μπορούσε, θεωρητικά, να αποτελέσει πρόσφορο έδαφος για την αντιπολίτευση. Ωστόσο, όπως επισημαίνει το Politico, ο Εθνικός Συναγερμός δυσκολεύεται να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά την κρίση, καθώς οι προτάσεις του για την αντιμετώπιση των ακραίων θερμοκρασιών δεν φαίνεται να πείθουν ούτε το ευρύτερο εκλογικό σώμα ούτε το σύνολο των δικών του ψηφοφόρων.
Η νέα πραγματικότητα αποτυπώνεται και στις δημοσκοπήσεις. Έρευνα της εταιρείας Elabe, η οποία πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα και την Τρίτη – ημέρα που αποτέλεσε το θερμότερο 24ωρο που είχε καταγραφεί ποτέ στη μητροπολιτική Γαλλία, πριν το ρεκόρ καταρριφθεί εκ νέου την Τετάρτη – δείχνει ότι περίπου τα δύο τρίτα των Γάλλων θεωρούν πως η τοποθέτηση περισσότερων κλιματιστικών αποτελεί μόνο μια βραχυπρόθεσμη λύση. Οι περισσότεροι εκτιμούν ότι οι δημόσιες πολιτικές πρέπει να επικεντρωθούν σε μέτρα προσαρμογής που δεν θα επιβαρύνουν περαιτέρω το φαινόμενο της υπερθέρμανσης των πόλεων.
Αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμη και το 50% των ψηφοφόρων του Εθνικού Συναγερμού συμμερίζεται αυτή την άποψη, γεγονός που καταδεικνύει ότι η στρατηγική του κόμματος δεν βρίσκει απόλυτη ανταπόκριση ούτε στη δική του εκλογική βάση.
Η Μαρίν Λεπέν βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με τις παλαιότερες τοποθετήσεις της για την κλιματική αλλαγή. Στην προεκλογική εκστρατεία του 2022 είχε δεσμευθεί ότι θα “γυρίσει σελίδα στον τιμωρητικό περιβαλλοντισμό”, ενώ το 2023 είχε κατηγορήσει τη Διακυβερνητική Επιτροπή του ΟΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) ότι υιοθετεί υπερβολικά “καταστροφολογική” προσέγγιση στις εκθέσεις της για την ανάγκη μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.
Τις τελευταίες ημέρες η ίδια επιχείρησε να αναθεωρήσει τον τόνο της, υποστηρίζοντας σε ραδιοφωνική συνέντευξη ότι η IPCC παρουσιάζει διαφορετικά επιστημονικά σενάρια και ότι τα μέσα ενημέρωσης δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στα πλέον απαισιόδοξα. Παράλληλα, επανέφερε τη θέση του κόμματός της ότι η αντίθεση στις διεθνείς συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου συνδέεται και με την προστασία του κλίματος, καθώς, όπως υποστήριξε, σημαντικό μέρος του ανθρακικού αποτυπώματος της Γαλλίας οφείλεται στις εισαγωγές.
Στο επίπεδο των προτάσεων πολιτικής, ο Εθνικός Συναγερμός επαναφέρει μία από τις βασικές θέσεις του για την ευρύτερη χρήση κλιματιστικών. Ο βουλευτής του κόμματος Ζαν-Φιλίπ Τανγκί παρουσίασε σχέδιο σύμφωνα με το οποίο το κράτος θα αναλαμβάνει την επιδότηση των τόκων για δάνεια που θα συνάπτουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις με σκοπό την αγορά και εγκατάσταση συστημάτων κλιματισμού. Ο ίδιος εκτίμησε ότι το κόστος ενός τέτοιου προγράμματος θα μπορούσε να φθάσει περίπου τα 20 δισ. ευρώ, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι δεν πρόκειται για οριστική εκτίμηση και ότι οι λεπτομέρειες θα παρουσιαστούν σε ειδική συνέντευξη Τύπου.
Η κυβέρνηση, από την άλλη πλευρά, απορρίπτει την ιδέα της μαζικής εξάπλωσης των κλιματιστικών ως βασικής απάντησης στην κλιματική κρίση. Ειδικοί επισημαίνουν ότι η εκτεταμένη χρήση τους μπορεί να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το μικροκλίμα των αστικών περιοχών, καθώς οι μονάδες αποβάλλουν θερμό αέρα στους δρόμους, αυξάνοντας τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος.
Η συζήτηση διεξάγεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι Γάλλοι εμφανίζονται ολοένα και πιο ανήσυχοι για την ετοιμότητα του κράτους απέναντι στα ακραία καιρικά φαινόμενα. Σύμφωνα με την ίδια δημοσκόπηση της Elabe, περίπου τα δύο τρίτα των πολιτών θεωρούν ότι η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Σεμπαστιάν Λεκορνί διαχειρίστηκε ανεπαρκώς το νέο κύμα καύσωνα, ενώ το 53% πιστεύει ότι η Γαλλία δεν είναι καθόλου προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει αντίστοιχες κρίσεις στο μέλλον.
Οι επικρίσεις αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η χώρα διαθέτει ήδη εμπειρία από τον φονικό καύσωνα του Αυγούστου του 2003, όταν χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, κυρίως ηλικιωμένοι που είχαν παραμείνει μόνοι κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών. Μετά την τραγωδία εκείνη θεσπίστηκαν νέα σχέδια πολιτικής προστασίας και μηχανισμοί έγκαιρης προειδοποίησης, ωστόσο η αύξηση της συχνότητας και της έντασης των ακραίων θερμοκρασιών επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα κατά πόσο η χώρα έχει προσαρμοστεί επαρκώς στη νέα κλιματική πραγματικότητα.
Ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί, μετά την έκτακτη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου για τον καύσωνα, ανακοίνωσε ότι ζήτησε την εκπόνηση προτάσεων “για την επόμενη χρονιά, ώστε να τεθούν οι βάσεις για το πώς θα ζούμε στη χώρα στο μέλλον”. Η δήλωση αυτή προκάλεσε αντιδράσεις από την αντιπολίτευση, η οποία τον κατηγόρησε ότι μεταθέτει τις δύσκολες αποφάσεις στις επόμενες κυβερνήσεις αντί να αναλάβει άμεσα πρωτοβουλίες.
Παράλληλα, αναδεικνύεται και η οικονομική διάσταση της κλιματικής προσαρμογής. Η θωράκιση των υποδομών, η προστασία των πόλεων από τα ακραία καιρικά φαινόμενα και η ενίσχυση της ανθεκτικότητας της οικονομίας απαιτούν σημαντικούς πόρους, σε μια περίοδο που η Γαλλία αντιμετωπίζει ήδη σοβαρούς δημοσιονομικούς περιορισμούς. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της στατιστικής υπηρεσίας της χώρας, το δημόσιο χρέος έχει ξεπεράσει τα 3,5 τρισ. ευρώ, αντιστοιχώντας στο 117,5% του ΑΕΠ.
Όπως σημειώνει το Politico, ακόμη και αν οι θερμοκρασίες υποχωρήσουν τις επόμενες εβδομάδες, η κλιματική αλλαγή δύσκολα θα εγκαταλείψει την προεκλογική ατζέντα. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι Γάλλοι αντιλαμβάνονται πλέον το ζήτημα όχι μόνο ως περιβαλλοντική πρόκληση αλλά ως παράγοντα που επηρεάζει άμεσα την υγεία, την ασφάλεια και την καθημερινότητά τους, γεγονός που αναμένεται να υποχρεώσει όλα τα πολιτικά κόμματα να παρουσιάσουν πιο ολοκληρωμένες προτάσεις ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027.
Παραμένει, τέλος, ανοιχτό το ερώτημα για το ποιος θα εκπροσωπήσει τελικά τον Εθνικό Συναγερμό στην επόμενη προεδρική αναμέτρηση. Η υποψηφιότητα της Μαρίν Λεπέν εξαρτάται από την έκβαση της έφεσής της στην υπόθεση υπεξαίρεσης, η οποία αναμένεται να κριθεί τον επόμενο μήνα. Την ίδια ώρα, ο πρόεδρος του κόμματος, Ζορντάν Μπαρντελά, έχει δηλώσει ότι ανήκει σε μια γενιά που είναι περισσότερο ευαισθητοποιημένη απέναντι στην υπερθέρμανση του πλανήτη, χωρίς ωστόσο να έχει παρουσιάσει μέχρι στιγμής διαφοροποιημένο πρόγραμμα για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης.


