
Όταν οι αγορές κλονίζονται, οι επενδυτές συνήθως γνωρίζουν πού να στραφούν: στα αμερικανικά κρατικά ομόλογα (U.S. Treasurys), στο ιαπωνικό γεν και στον χρυσό.
Ωστόσο, όπως αναφέρει το CNBC, το 2026 αυτός ο «κανόνας» δεν έχει επιβεβαιωθεί. Οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων αυξήθηκαν μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, το γεν υποχώρησε σε χαμηλά πολλών δεκαετιών έναντι του δολαρίου, ενώ ο χρυσός κατέγραψε σημαντική πτώση από τα υψηλά του Ιανουαρίου.
Σύμφωνα με αναλυτές, ο λόγος είναι ότι δεν πρόκειται για ένα κλασικό επεισόδιο αποστροφής προς τον κίνδυνο (risk-off). Οι ανησυχίες για τον πληθωρισμό, οι υψηλότερες πραγματικές αποδόσεις των ομολόγων, οι προβληματισμοί για τη δημοσιονομική κατάσταση και οι μεγάλες διαφορές στα επιτόκια υπερισχύουν της παραδοσιακής ζήτησης για ασφαλή επενδυτικά καταφύγια. Την ίδια στιγμή, οι επενδυτές εξακολουθούν να κατευθύνουν κεφάλαια στις μετοχές που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη (AI).
Ο Frederic Neumann, επικεφαλής οικονομολόγος της HSBC για την Ασία, δήλωσε στο CNBC ότι η διάθεση ανάληψης κινδύνου παραμένει ισχυρή και οι παγκόσμιες χρηματοοικονομικές συνθήκες εξακολουθούν να είναι ιδιαίτερα ευνοϊκές.
Οι αμερικανικές αγορές, αλλά και αρκετές ασιατικές, κινούνται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, καθώς οι επενδυτές τοποθετούνται μαζικά σε εταιρείες που πρωταγωνιστούν στην ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, όπως οι Nvidia και Intel στις ΗΠΑ, καθώς και οι Samsung Electronics, SK Hynix και Taiwan Semiconductor Manufacturing Company (TSMC) στην Ασία.
Την ίδια άποψη συμμερίζεται και ο Henning Potstada, επικεφαλής του τμήματος Multi Asset της DWS.
«Ο βασικός μοχλός της ανόδου των μετοχών είναι η αύξηση των κερδών ανά μετοχή (EPS). Μακροπρόθεσμα, αυτός είναι ο μοναδικός παράγοντας που έχει πραγματική σημασία για τις αγορές μετοχών, και σήμερα οι προβλέψεις για τα εταιρικά κέρδη συνεχίζουν να αναθεωρούνται προς τα πάνω», δήλωσε στο CNBC.
Ομόλογα και πληθωρισμός
Παρά τη γεωπολιτική αβεβαιότητα, τα κρατικά ομόλογα δεν προσέλκυσαν τις συνήθεις εισροές κεφαλαίων που παρατηρούνται σε περιόδους κρίσεων. Σύμφωνα με τον Potstada, αυτό οφείλεται κυρίως σε δύο παράγοντες: στις αυξημένες προσδοκίες για τον πληθωρισμό και στις ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.
Όπως εξήγησε, ο πόλεμος με το Ιράν και το προσωρινό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ οδήγησαν την τιμή του πετρελαίου από τα 60 στα 120 δολάρια το βαρέλι. Η εξέλιξη αυτή αύξησε τις προσδοκίες για υψηλότερο πληθωρισμό, αλλά και τον πραγματικό πληθωρισμό.
«Σε μια τέτοια συγκυρία, οι αγορές ομολόγων δεν καθοδηγούνται από τις προοπτικές ανάπτυξης, αλλά από τις πληθωριστικές προσδοκίες», σημείωσε.
Όταν οι επενδυτές αναμένουν υψηλότερο πληθωρισμό, τα ομόλογα γίνονται λιγότερο ελκυστικά, καθώς οι μελλοντικές σταθερές πληρωμές τόκων χάνουν αγοραστική δύναμη. Ως αποτέλεσμα, οι τιμές των ομολόγων υποχωρούν και οι αποδόσεις τους αυξάνονται.
Παράλληλα, προβληματισμό προκαλεί και η δημοσιονομική πορεία των Ηνωμένων Πολιτειών. Παρότι τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα εξακολουθούν να θεωρούνται ιδιαίτερα αξιόπιστα, το υψηλό ομοσπονδιακό έλλειμμα ενισχύει τις ανησυχίες των επενδυτών.
Ο αντιπρόεδρος της Goldman Sachs, Rob Kaplan, είχε επισημάνει ότι οι ΗΠΑ εμφανίζουν σήμερα υψηλότερο καθαρό δημόσιο χρέος από οποιαδήποτε άλλη περίοδο της σύγχρονης ιστορίας τους.
Αν και οι αρχικές εκτιμήσεις μιλούσαν για δημοσιονομικό έλλειμμα περίπου 2 τρισ. δολαρίων (6%-7% του ΑΕΠ), τα τελικά στοιχεία είναι ελαφρώς καλύτερα. Σύμφωνα με το Congressional Budget Office, το ομοσπονδιακό έλλειμμα για το οικονομικό έτος 2026 αναμένεται να διαμορφωθεί στα 1,9 τρισ. δολάρια, περίπου στο 5,8% του ΑΕΠ.
Ο χρυσός δεν λάμπει όπως άλλοτε
Παρότι ο χρυσός θεωρείται διαχρονικά το κατεξοχήν ασφαλές καταφύγιο σε περιόδους αναταραχής, η αδύναμη πορεία της τιμής του έχει προκαλέσει απορίες στους αναλυτές.
Ο Billy Leung, επενδυτικός στρατηγικός αναλυτής της Global X ETFs, ήταν κατηγορηματικός:
«Ο χρυσός δεν συμπεριφέρθηκε πρόσφατα ως ένα καθαρό ασφαλές καταφύγιο.»
Όπως εξήγησε, η ενίσχυση του δολαρίου και η άνοδος των πραγματικών αποδόσεων των ομολόγων άσκησαν πολύ μεγαλύτερη πίεση στην τιμή του, ακόμη και σε περιόδους αυξημένης μεταβλητότητας.
Ο Potstada χαρακτήρισε επίσης την πορεία του χρυσού «ασυνήθιστη», αποδίδοντάς την κυρίως στη δραστηριότητα ιδιωτών επενδυτών και βραχυπρόθεσμων κερδοσκοπικών κεφαλαίων.
Όπως σημείωσε, πολλοί μικροεπενδυτές τοποθετήθηκαν μαζικά στον χρυσό κατά την ανοδική πορεία του προηγούμενου έτους και σήμερα η αγορά επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από αυτές τις ταχείες κινήσεις κεφαλαίων.
Παρ’ όλα αυτά, υπογράμμισε ότι σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα ο χρυσός εξακολουθεί να αποτελεί αξιόπιστο μέσο προστασίας.
Το γεν χάνει τον ρόλο του ασφαλούς καταφυγίου
Οι αναλυτές εμφανίζονται ακόμη πιο επιφυλακτικοί απέναντι στο ιαπωνικό γεν.
Η διαφορετική κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής της Τράπεζας της Ιαπωνίας, οι ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους της χώρας και η συνεχιζόμενη αδυναμία του νομίσματος οδηγούν αρκετούς στο συμπέρασμα ότι το γεν δεν αποτελεί πλέον το ασφαλές καταφύγιο που ήταν στο παρελθόν.
Παρά το γεγονός ότι η Τράπεζα της Ιαπωνίας αύξησε τα επιτόκια στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 30 ετών, οι αποδόσεις των ιαπωνικών κρατικών ομολόγων εκτινάχθηκαν σε ιστορικά υψηλά και πραγματοποιήθηκε κρατική παρέμβαση ύψους 74 δισ. δολαρίων για τη στήριξη του νομίσματος, το γεν εξακολούθησε να αποδυναμώνεται έναντι του δολαρίου.
Στις 3 Ιουλίου, η ισοτιμία διαμορφωνόταν περίπου στα 162 γεν ανά δολάριο.
Την ίδια στιγμή, το δημόσιο χρέος της Ιαπωνίας ανέρχεται στο 204,4% του ΑΕΠ — το υψηλότερο ποσοστό παγκοσμίως, σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
«Το γεν έχει γίνει λιγότερο αξιόπιστο ως ασφαλές καταφύγιο λόγω της διαφοροποίησης της νομισματικής πολιτικής της Τράπεζας της Ιαπωνίας και της μεγάλης ευαισθησίας του στις διαφορές των επιτοκίων», τόνισε ο Leung.
Με άλλα λόγια, τα παραδοσιακά ασφαλή καταφύγια δεν έχουν εξαφανιστεί, αλλά η συμπεριφορά τους έχει γίνει πολύ πιο απρόβλεπτη. Αντί να ενισχύονται όλα μαζί κάθε φορά που αυξάνεται η αβεβαιότητα στις αγορές, τα αμερικανικά ομόλογα, ο χρυσός και το ιαπωνικό γεν επηρεάζονται πλέον κυρίως από τις ιδιαίτερες μακροοικονομικές συνθήκες που αφορούν το καθένα.
Για τους επενδυτές, αυτό σημαίνει ότι η παλιά «συνταγή» αντιμετώπισης των κρίσεων ενδέχεται να μην επαρκεί πλέον. Η αποτελεσματική διαχείριση του κινδύνου απαιτεί σήμερα μεγαλύτερη διαφοροποίηση του χαρτοφυλακίου και όχι αποκλειστική στήριξη σε ένα μόνο παραδοσιακό ασφαλές καταφύγιο.


