Του Κώστα Ράπτη
Πώς μπορεί ένας μικρότερος σοβιετικός στρατός να νικήσει έναν μεγαλύτερο σοβιετικό στρατό; Το ρητορικό ερώτημα, που διατυπωνόταν όλο και συχνότερα το τελευταίο διάστημα μεταξύ των Ουκρανών και των φίλων τους, αποτύπωνε την ανάγκη ριζικής αλλαγής φιλοσοφίας στη διεξαγωγή του πολέμου με τη Ρωσία – με την έννοια ότι οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις θα παρουσίαζαν για πάντα μειονέκτημα (αν μη τι άλλο για αριθμητικούς λόγους), όσο η κληροδοτημένη από το παρελθόν δομή και λειτουργία τους ήταν ίδια με αυτή των αντιπάλων τους.
Αναλαμβάνοντας προ εξαμήνου το υπουργείο Άμυνας της Ουκρανίας, ο Μιχαΐλο Φεντόροφ έδωσε μια διαφορετική ώθηση στα πράγματα, παρακάμπτοντας τα ισχυρά σημεία της ρωσικής πλευράς με μιαν αποφασιστική στροφή σε ευέλικτες νέες τεχνολογίες, κατεξοχήν τη χρήση drones, η οποία έδειξε όντως να αλλάζει τον συσχετισμό.
Και μόνο τα επανειλημμένα ουκρανικά πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές (π.χ. διυλιστήρια), αλλά και αποθήκες του κολοσσού λιανικού εμπορίου Wildberries, βαθιά εντός της ρωσικής επικράτειας, κατάφεραν να διαταράξουν την καθημερινότητα του μέσου Ρώσου, μεταφέροντας τρόπον τινά τον πόλεμο εντός των μέχρι πρότινος ανέμελων μεγάλων αστικών κέντρων.
Ωστόσο, ο Φεντόροφ έμελλε να μην μακροημερεύσει πολιτικά, όπως αποδεικνύει η απόφαση του Ουκρανού προέδρου, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, στις 15 Ιουλίου να αποπέμψει τον υπουργό Άμυνας. Οι συνεχείς προστριβές του Φεντόροφ με τον (αποφοιτήσαντα από σοβιετική στρατιωτική ακαδημία) αρχιστράτηγο Ολεκσάντρ Σίρσκι, οι φόβοι της προεδρίας για την ανάδυση ενός νέου πόλου εξουσίας, αλλά ενδεχομένως και οι αντιδράσεις όσων είδαν τον υπουργό να περιορίζει το “πάρτι” της διαφθοράς περί τις στρατιωτικές προμήθειες εξηγούν την αιφνιδιαστική αυτή απόφαση, η οποία πάντως κάθε άλλο παρά ενθουσίασε τις πρωτεύουσες των δυτικών χωρών.
Αλλά τα πράγματα δεν έμειναν εκεί. Η αποπομπή του Φεντόροφ πυροδότησε ένα (πρωτόγνωρο εν καιρώ πολέμου) κύμα διαδηλώσεων, κυρίως φοιτητών, που έθεταν ένα ευρύτερο αίτημα εκσυγχρονισμού.
Ελισσόμενος εκ νέου, ο Ζελένσκι απέπεμψε αυτή τη φορά τον Σίρσκι, ζητώντας από τον Φεντόροφ να επιστρέψει στην κυβέρνηση με ρόλο αντιπροέδρου αρμόδιου για τις στρατιωτικές υποθέσεις. Ο τελευταίος όμως αρνήθηκε οτιδήποτε άλλο πέρα από την επιστροφή του στο υπουργείο Άμυνας, αφού, όπως τόνισε, οι μόνοι πραγματικά καθοριστικοί για τη διεξαγωγή του πολέμου αξιωματούχοι είναι ο πρόεδρος της χώρας, ο αρμόδιος υπουργός και ο αρχιστράτηγος.
Απομένει έτσι η Ουκρανία με ένα σχήμα όπου ο Γεβχέν Χμάρα ασκεί μέχρι νεωτέρας χρέη υπουργού Άμυνας, ο 43χρονος Μιχαΐλο Ντραπάτι, ο οποίος διέπρεψε στην υπεράσπιση της Μαριούπολης, είναι ο νέος αρχιστράτηγος, ενώ με πρότασή του ορίσθηκε νέος αρχηγός του Γενικού Επιτελείου ο υποστράτηγος Ιχόρ Σκιμπιούκ, που το 2022 ηγήθηκε της 80ής Αερομεταφερόμενης Ταξιαρχίας κατά την ουκρανική αντεπίθεση στην περιφέρεια του Χάρκιβ.
Μένει να φανεί πώς θα διαμορφωθούν οι νέες ισορροπίες στο εσωτερικό τοπίο της Ουκρανίας και στις σχέσεις της με τα διεθνή της στηρίγματα, καθώς και οι επιπτώσεις στο επιχειρησιακό πεδίο.
Μπλόκο στη Μαύρη Θάλασσα
Αν πάντως ξεχωρίζει κάποια εξέλιξη την τελευταία εβδομάδα, αυτή είναι η μετατροπή όλης της Μαύρης Θάλασσας σε πεδίο μάχης, με αποτελέσματα που γίνονται αισθητά, τουλάχιστον στο οικονομικό πεδίο, πολύ πέραν των αντιμαχόμενων πλευρών.
Οι όμιλοι Maersk και Hapag-Lloyd επιβεβαίωσαν ότι διέκοψαν τις επιχειρήσεις τους μέσω του λιμένος Τσορνομόρσκ, του ενός από τους τρεις βασικούς ουκρανικούς τερματικούς σταθμούς, μετά τις πρόσφατες ρωσικές επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη στην περιοχή της Οδησσού. Σημείωσαν πάντως ότι η ουκρανική αγορά θα συνεχίσει να εξυπηρετείται με εναλλακτικά μέσα μεταφοράς, οδικώς και σιδηροδρομικώς, μέσω της Πολωνίας και της Ρουμανίας.
Σύμφωνα με στοιχεία του ιστοτόπου παρακολούθησης της ναυσιπλοΐας, MarineTraffic, κανένα εμπορικό πλοίο δεν μπήκε σε ουκρανικό λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας το πρωί της Πέμπτης.
Πριν από τον πόλεμο, περίπου το 90% των ουκρανικών εξαγωγών σιτηρών και ηλιέλαιου περνούσε από τα λιμάνια της περιοχής της Οδησσού. Από τις 12 Ιουλίου δεν έχει γίνει καμία εξαγωγή πρώτων υλών από την Οδησσό. Η ίδια κατάσταση επικρατεί και στο Τσορνομόρσκ από τις 19 Ιουλίου, όταν απέπλευσε το τελευταίο φορτίο, 65.000 τόνοι αραβόσιτου, για τη Βουλγαρία. Στο Πιβντένι, 40 χιλιόμετρα ανατολικά της Οδησσού, έχουν σταματήσει οι εξαγωγές από τη Δευτέρα.
Ο Ουκρανός υπουργός Εξωτερικών, Αντρίι Σιμπίχα, ανέφερε ότι το Κίεβο ζήτησε την κατεπείγουσα σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ εκτιμώντας ότι η κατάσταση αυτή συνιστά απειλή για την παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια, εν μέσω της συγκομιδής.
Υπενθυμίζεται ότι την Κυριακή, δέκα άνθρωποι σκοτώθηκαν (κυρίως Ινδοί) από ρωσικό πλήγμα στο τουρκικών συμφερόντων πλοίο μεταφοράς χύδην φορτίου Golden Leo, στα ανοιχτά της Οδησσού. Συνέβη δε αυτό, διόλου τυχαία, στον απόηχο των διαβεβαιώσεων του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, προς τον Ουκρανό ομόλογό του, ότι η χώρα του θα αναλάβει την ασφάλεια των ουκρανικών από θαλάσσης εξαγωγών μετά το πέρας του πολέμου.
Νέα ώθηση στη διπλωματία;
Παραδόξως, πάντως, κάτι δείχνει να κινείται στο πεδίο της διπλωματίας. Ο Ουκρανός πρόεδρος, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, δήλωσε την Πέμπτη ότι ομάδες Ουκρανών και Αμερικανών αξιωματούχων θα συναντηθούν στις Ηνωμένες Πολιτείες τις επόμενες μέρες, ενώ ενημέρωσε πως ο ίδιος ήδη συνομίλησε με τους Αμερικανούς απεσταλμένους Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ για την αναζωογόνηση των διπλωματικών προσπαθειών με στόχο τον τερματισμό του πολέμου. “Η ειρήνη είναι αναγκαία, ειρήνη με αξιοπρέπεια. Και η Ουκρανία είναι έτοιμη εδώ και καιρό για αυτήν”, έγραψε ο Ζελένσκι σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Χ, συμπληρώνοντας πως Κίεβο και Ουάσινγκτον θα παραμείνουν σε επαφή.
Παραλλήλως, και έχει αυτό τη σημασία του, στο περιθώριο του περιφερειακού φόρουμ της ASEAN (Ένωσης Χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας) στη Μανίλα είχαν την Πέμπτη, για πρώτη φορά από τον περασμένο Σεπτέμβριο, 30λεπτη συνάντηση ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, και ο Ρώσος ομόλογός του, Σεργκέι Λαβρόφ, με τον τελευταίο να προειδοποιεί κατά της συνέχισης της “απαράδεκτης” παράδοσης όπλων στην Ουκρανία. Ωστόσο, ο τόνος των δηλώσεων Λαβρόφ ήταν μετατοπισμένος σε σχέση με προηγούμενες τοποθετήσεις του, ότι το “πνεύμα της Αλάσκας”, ήτοι της περσινής διά ζώσης συνεννόησης Τραμπ – Πούτιν, είναι “νεκρό”.


