Οι πρόσφατες τηλεοπτικές δηλώσεις του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, Κωστή Χατζηδάκη, στον ΣΚΑΪ, προσέφεραν μια συμπυκνωμένη εικόνα της τρέχουσας οικονομικής στρατηγικής: απόλυτη εμμονή σε οριζόντια εισπρακτικά μέτρα και επικοινωνιακή διαχείριση μιας καθημερινότητας που «καίει».
Η κατηγορηματική άρνηση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης να συζητήσει την κατάργηση του τεκμαρτού εισοδήματος για τους ελεύθερους επαγγελματίες, σε συνδυασμό με τις αόριστες υποσχέσεις για «ενδιαφέρουσες εξελίξεις» στο ρεύμα, αποκαλύπτουν το χάσμα ανάμεσα στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς και την πραγματική κατάσταση στην αγορά.
Η θεσμοθέτηση της καχυποψίας
Η κυβερνητική ρητορική επιμένει να βαφτίζει τη φορολογική δικαιοσύνη με όρους «στατιστικής». Το επιχείρημα ότι οι μισοί ελεύθεροι επαγγελματίες δήλωναν εισοδήματα χαμηλότερα από τον κατώτατο μισθό χρησιμοποιείται ως καθολικό τεκμήριο ενοχής. Όμως, η επιλογή της Πολιτείας να απαντήσει στη φοροδιαφυγή με έναν οριζόντιο, ισοπεδωτικό και αναχρονιστικό θεσμό, όπως τα τεκμήρια, αποτελεί ομολογία αποτυχίας των ίδιων των ελεγκτικών της μηχανισμών.
Όταν το ίδιο το κράτος διαφημίζει την πλήρη ψηφιοποίηση της οικονομίας, τη διασύνδεση των POS με τις ταμειακές μηχανές και την καθολική εφαρμογή των ηλεκτρονικών βιβλίων myData, η διατήρηση των τεκμηρίων είναι τουλάχιστον οξύμωρη. Αν τα ψηφιακά εργαλεία είναι όντως αποτελεσματικά, γιατί απαιτείται η διατήρηση ενός κεφαλικού φόρου που τιμωρεί οριζόντια τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα; Η απάντηση είναι απλή: τα τεκμήρια δεν αποτελούν προσωρινό εργαλείο πίεσης, αλλά μια μόνιμη, εξασφαλισμένη «δεξαμενή» εσόδων για τον προϋπολογισμό, η οποία μετακυλίει το βάρος της κρατικής δυσλειτουργίας στις πλάτες των μικρών αυτοαπασχολούμενων.
Στόχος όχι η φοροδιαφυγή αλλά το υψηλό ποσοστό αυτοαπασχόλησης στην Ελλάδα
Επιπλέον, υπάρχει και μία ακόμη διάσταση στο θέμα που σκόπιμα αποκρύπτεται από την κυβέρνηση και ειδικά από τον κ. Χατζηδάκη: η επιλεκτική εφαρμογή της τεκμαρτής φορολόγησης μόνο στις ατομικές επιχειρήσεις και όχι και στις εταιρείες όπου τα στατιστικά της Α.Α.Δ.Ε. γι’ αυτές που δηλώνουν ζημιές ή μηδενικά κέρδη ή καθαρά κέρδη – όχι απλώς κάτω από τον κατώτατο μισθό αλλά – κάτω από 10.000 ευρώ είναι χειρότερα από αυτά των ατομικών επιχειρήσεων!
Αν αυτή η επιλεκτική εφαρμογή των τεκμηρίων συνδυαστεί και με τα όσα έχουν επισημανθεί από το 2020 στην περίφημη «έκθεση Πισσαρίδη» περί μεγάλου ποσοστού αυτοαπασχόλησης στην Ελλάδα που καλό θα ήταν να μειωθεί, γίνεται αντιληπτό ποιος τελικά ήταν ένας ακόμη πραγματικός σκοπός της επιβολής του μέτρου του τεκμαρτού εισοδήματος μόνο στις ατομικές επιχειρήσεις: να μειωθεί ο αριθμός τους και να αντικατασταθούν από μεγάλες εταιρείες.
«Αντιμετώπιση» της φοροδιαφυγής με συνταγές… 1994
Να θυμίσουμε, ότι το μέτρο του τεκμαρτού εισοδήματος που νομοθετήθηκε το 2023 δεν ήταν ιδέα του κ. Χατζηδάκη. Ήταν μια αντιγραφή του μέτρου των αντικειμενικών κριτηρίων φορολόγησης των ατομικών επιχειρήσεων, των ελευθέρων επαγγελματιών και των μικρομεσαίων προσωπικών εταιρειών, που είχε επιβληθεί, πριν από περίπου 30 χρόνια και συγκεκριμένα το 1994 από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επί Ανδρέα Παπανδρέου.
Τότε όμως, όντως, το κράτος δεν είχε τα σημερινά ψηφιακά εργαλεία για τον εντοπισμό της φοροδιαφυγής, οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και ΦΠΑ υποβάλλονταν χειρόγραφα στις Δ.Ο.Υ. και δεν υπήρχε καμία δυνατότητα διασταύρωσης των στοιχείων που δηλώνονταν με αποτέλεσμα η φοροδιαφυγή να χτυπάει κόκκινο. Αλλά υπάρχει και μία ακόμη διαφορά με το 1994: ο Ανδρέας Παπανδρέου εφάρμοσε τότε το μέτρο αυτό όχι μόνο στις ατομικές επιχειρήσεις αλλά και στις ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρείες και στις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης. Εξαίρεσε μόνο τις ανώνυμες εταιρείες. Δεν επέβαλε, δηλαδή, την τεκμαρτή φορολόγηση επιλεκτικά μόνο στις ατομικές επιχειρήσεις, κάτι που δείχνει ότι τότε, πραγματικά, ο σκοπός ήταν η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και όχι η μείωση της αυτοαπασχόλησης.
Και τότε, βεβαίως, το σύστημα της τεκμαρτής φορολόγησης των επιχειρήσεων είχε χαρακτηριστεί από την αγορά ως άδικο και ισοπεδωτικό, υπέστη συνεχείς διορθώσεις και φθάσαμε εν τέλει στο 2000, για να κριθεί από την “εκσυγχρονιστική” κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ του Κώστα Σημίτη ως παρωχημένο και μη αναγκαίο και να καταργηθεί με το πρόσθετο επιχείρημα, ήδη από τότε, ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ατομικές και προσωπικές) είναι δίκαιο να φορολογούνται με βάση τα πραγματικά τους εισοδήματα, βάσει των βιβλίων τους, και ότι το κράτος μπορούσε πλέον να τις ελέγχει αποτελεσματικά σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής!
Πέρασαν από τότε 23 χρόνια και ήρθε το 2023 ο κ. Χατζηδάκης να ξαναανακαλύψει την “συνταγή” της τεκμαρτής φορολόγησης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων αλλά να επιβάλει την εφαρμογή της επιλεκτικά μόνο στις ατομικές.
Το «παράθυρο» των διορθώσεων ως επικοινωνιακό αντίδοτο
Από κει και πέρα, το επιχείρημα της κυβέρνησης ότι το σύστημα της τεκμαρτής φορολόγησης των ατομικών επιχειρήσεων «δεν ήρθε για να μείνει για πάντα» και ότι εξετάζονται «σημαντικές διορθώσεις» αποτελεί την κλασική συνταγή της ελεγχόμενης αποσυμπίεσης. Οι υποσχέσεις για στοχευμένες ελαφρύνσεις ενόψει της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ) δεν μπορούν να κρύψουν την αλήθεια.
Κάθε «διόρθωση» σε ένα στρεβλό σύστημα απλώς ανακατανέμει την αδικία, δεν την εξαλείφει. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες δεν ζητούν «κουρέματα» και εξαιρέσεις με το σταγονόμετρο· ζητούν να φορολογούνται για το πραγματικό τους εισόδημα, όπως ορίζει το Σύνταγμα.
Ακρίβεια: Η επίκληση του «εισαγόμενου» φαινομένου
Στο μέτωπο της ακρίβειας, η προσέγγιση παραμένει εξίσου προβληματική. Η παραδοχή ότι πρόκειται για το «νούμερο ένα» πρόβλημα της κοινωνίας συνοδεύεται μόνιμα από τη βολική υποσημείωση του «πανευρωπαϊκού φαινομένου». Ωστόσο, η ελληνική ιδιαιτερότητα δεν έγκειται στον πληθωρισμό, αλλά στην αγοραστική δύναμη των πολιτών, η οποία βρίσκεται κολλημένη στον πάτο της Ευρωζώνης, την ώρα που τα επιχειρηματικά κέρδη σε κρίσιμους κλάδους καταγράφουν ιστορικά ρεκόρ.
Η εξαγγελία για νέες μειώσεις τιμών από τον Σεπτέμβριο μέσω «συζητήσεων» με τη βιομηχανία και τα σούπερ μάρκετ προκαλεί πλέον θυμηδία. Τα εθελοντικά μέτρα και οι επικοινωνιακές μειώσεις σε μερικές δεκάδες κωδικούς προϊόντων έχουν αποδειχθεί ασπιρίνες σε έναν ασθενή με υψηλό πυρετό. Όσο η κυβέρνηση αρνείται να αγγίξει τον πυρήνα του προβλήματος –δηλαδή τους έμμεσους φόρους και τους μηχανισμούς παραγωγής των καρτέλ στην ενέργεια και τα βασικά αγαθά–, η ακρίβεια θα συνεχίσει να ροκανίζει το διαθέσιμο εισόδημα.
Το «μετρημένο καλάθι» της ΔΕΘ
Τέλος, η προειδοποίηση για ένα «συγκρατημένο» πακέτο εξαγγελιών στη ΔΕΘ, με το πρόσχημα της δημοσιονομικής πειθαρχίας, χρησιμοποιείται ως προπέτασμα καπνού. Η δημοσιονομική σταθερότητα είναι αναμφίβολα αναγκαία, αλλά δεν μπορεί να επιτυγχάνεται αποκλειστικά μέσω της υπερφορολόγησης των πολλών και της ανοχής στην αισχροκέρδεια των λίγων.
Το τελικό συμπέρασμα που προκύπτει εν τέλει από τη χθεσινή τοποθέτηση του Κωστή Χατζηδάκη είναι ότι η κυβέρνηση επιλέγει τον δρόμο της αδράνειας. Συντηρεί μια άδικη φορολογική αρχιτεκτονική και αντιμετωπίζει την ακρίβεια με ευχολόγια και ημίμετρα, την ώρα που η πραγματική οικονομία απαιτεί γενναίες, δομικές μεταρρυθμίσεις.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. .


