Το κράτος του Ισραήλ οφείλει στη Βρετανία την ίδια την ύπαρξή του. Ήδη προτού αναλάβει τον έλεγχο της ιστορικής Παλαιστίνης, η Γηραιά Αλβιών είχε καταστήσει στόχο της πολιτικής της, με τη Διακήρυξη Μπάλφουρ του 1917, τη δημιουργία “εβραϊκής εθνικής εστίας” στην περιοχή, ενώ είκοσι χρόνια αργότερα, με το πόρισμα της επιτροπής υπό τον Λόρδο Πιλ, εισηγούνταν τη διχοτόμηση των παλαιστινιακών εδαφών σε δύο κράτη, λύση την οποία και υιοθέτησε το 1947 ο νεοσύστατος ΟΗΕ, με τον τερματισμό της βρετανικής εντολής.
Παράδοξα ακούγονται όλα αυτά, αν τα συγκρίνουμε με τη διπλωματική θύελλα που έχει προκαλέσει η ανακοίνωση του (εβραϊκής καταγωγής) υπουργού Εξωτερικών της νέας κυβέρνησης Μπέρναμ, Εντ Μίλιμπαντ, για επιβολή κυρώσεων σχετικά με τον συνεχιζόμενο ισραηλινό εποικισμό και την επιχειρούμενη εθνοκάθαρση (όπως χαρακτηρίστηκαν οι επιθέσεις των Εβραίων εποίκων σε παλαιστινιακά χωριά) της Δυτικής Όχθης του Ιορδάνη.
Οι ανακοινώσεις Μίλιμπαντ εντάσσονται στην ευρύτερη τάση σειράς δυτικών χωρών (ευρωπαϊκών συν τον Καναδά) να μην εμφανίζονται αδρανείς απέναντι στη φωτιά που σιγοκαίει στη Δυτική Όχθη. “Οι ενέργειες της κυβέρνησης του Ισραήλ στη Δυτική Όχθη υπονομεύουν τη δυνατότητα λύσης δύο κρατών”, αναφέρεται σε κοινή ανακοίνωση 12 κρατών που δημοσιοποιήθηκε την Τρίτη, κάνοντας λόγο για “άνευ προηγουμένου επίπεδα βίας από εποίκους και επέκτασης των εποικισμών” και ανοίγοντας τον δρόμο για την επιβολή κυρώσεων.
Για την κυβέρνηση Μπέρναμ, η οποία πρωτοπορεί σε αυτή την κίνηση, η εσωτερική πολιτική πίεση είναι καθοριστική. Στην εκλογική βάση των Εργατικών το ζήτημα της Παλαιστίνης χτυπά ευαίσθητες χορδές και η εντύπωση κυβερνητικής ολιγωρίας επί του θέματος θα αντέστρεφε το δημοσκοπικό προβάδισμα που πέτυχε ο Μπέρναμ έναντι των Πρασίνων.
Πρόκειται, βέβαια, για κινήσεις εν πολλοίς συμβολικές και “άσφαιρες”. Όπως αναλύει στο Substack ο Ισραηλινός ακτιβιστής και αρθρογράφος Σαϊέλ Μπεν-Εφραίμ, το βρετανικό πακέτο κυρώσεων αντιμετωπίζει μόνο το πρόβλημα των οικισμών στη Δυτική Όχθη, το οποίο βεβαίως είναι πολύ σοβαρό, αλλά δεν αντιμετωπίζει τη γενοκτονία στη Γάζα, η οποία αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα αυτού του αιώνα.
Δημοσιεύματα στο Bloomberg έδειξαν ότι ο πρωθυπουργός Μπέρναμ κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να δείξει στον Ντόναλντ Τραμπ ότι αυτές οι κυρώσεις δεν είχαν καμία ισχύ και δεν θα είχαν επακόλουθες επιπτώσεις στο Ισραήλ ή στην πολιτική του.
Κατά τον Μπεν-Εφραίμ, αυτό που ήθελαν οι Μπέρναμ και Μίλιμπαντ ήταν να γίνουν πρωτοσέλιδα και επίσης να αποφύγουν μια ρήξη με τις ΗΠΑ κάνοντας οτιδήποτε σημαντικό. Πέτυχαν και στα δύο. Ο Μάρκο Ρούμπιο δεν φάνηκε ευχαριστημένος αλλά ούτε και τάχθηκε εναντίον της, σημειώνοντας: “Συμμεριζόμαστε τον στόχο της σταθερότητας. Δεν θέλουμε να δούμε κάποια αύξηση της βίας ή μια αύξηση των συγκρούσεων ή των εντάσεων στη Δυτική Όχθη σε μια πολύ δύσκολη στιγμή για την περιοχή. Στην περιοχή, υπάρχουν πάντα εύθραυστες στιγμές”.
Το διμερές εμπόριο μεταξύ Ισραήλ και Ηνωμένου Βασιλείου ανέρχεται σε περίπου 6 δισεκατομμύρια στερλίνες και αποτελεί το 2,6% του ισραηλινού εμπορίου. Αλλά οι κυρώσεις αφορούν μόνο τη Δυτική Όχθη, η οποία ούτως ή άλλως δεν παράγει πολλά και στην οποία το Ηνωμένο Βασίλειο έχει ήδη ορισμένους περιορισμούς. Πρόκειται για 38 εκατομμύρια στερλίνες που αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 1% του συνολικού διμερούς εμπορίου.
Σε ό,τι αφορά την απαγόρευση εξοπλιστικών συμφωνιών, σημαντικά συστήματα, όπως τα εξαρτήματα των F-35, εξαιρούνται, ενώ περιλαμβάνονται μόνο όπλα που “συμβάλλουν ουσιαστικά στην ισραηλινή κατοχή”, όπως αυτό θα προσδιορισθεί από το βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών.
Στην πραγματικότητα, δεν γίνεται να διαχωρισθούν τα ισραηλινά και βρετανικά συστήματα όπλων χωρίς πλήρη αναδιάρθρωση. Το Ηνωμένο Βασίλειο παρέχει κρίσιμα μέρη των αεροσκαφών F-35 που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ισραηλινής πολεμικής αεροπορίας. Η BAE Systems κατασκευάζει τα καθίσματα εκτίναξης, το λέιζερ στόχευσης και τα συστήματα καυσίμου που βρίσκονται σε αυτά τα αεροπλάνα. Εν τω μεταξύ, η ισραηλινή Elbit Systems έχει παραδώσει τον στόλο των drones Watchkeeper που χρησιμοποιεί ο βρετανικός στρατός, καθώς και τον εξοπλισμό νυχτερινής όρασης. Υπάρχουν πάρα πολλά χρήματα και πάρα πολλά στρατιωτικά συμφέροντα που εμπλέκονται σε αυτή τη σχέση. Γι’ αυτό ο Μπέρναμ και ο Μίλιμπαντ αρνούνται να τα διακινδυνεύσουν, συμπεραίνει ο Μπεν-Εφραίμ.
Ωστόσο, η ισραηλινή αντίδραση στις ανακοινώσεις Μίλιμπαντ είχε πρωτοφανή σφοδρότητα. Ο υπουργός Εσωτερικής Ασφαλείας Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ είπε ότι το Ισραήλ θα πρέπει να αναγνωρίσει την κυριαρχία της Αργεντινής στα νησιά Φώκλαντ και το ισραηλινό Channel 14 εκπόνησε έναν κατάλογο με κάθε έγκλημα που διέπραξε η Βρετανική Αυτοκρατορία.
Η δε ισραηλινή εντολή για κλείσιμο του βρετανικού προξενείου στην (ανατολική) Ιερουσαλήμ, το οποίο λειτουργούσε και ως οιονεί πρεσβεία προς την Παλαιστινιακή Αρχή, αποτέλεσε μια κίνηση κλιμάκωσης πέρα από κάθε πρόβλεψη.
Παρόλα αυτά, υπάρχει κάποια ανησυχία στο Ισραήλ. Όχι για τις συγκεκριμένες κυρώσεις, αλλά για το προηγούμενο που δημιουργούν.
Η εμπορική σχέση με την Ε.Ε. και, σε μικρότερο βαθμό, με το Ηνωμένο Βασίλειο είναι στρατηγικά κρίσιμη για το Ισραήλ. Εάν ποτέ απειληθεί, θα μπορούσε να σημάνει οικονομική αποκάλυψη για τη χώρα. Μαζί, η Ε.Ε. και το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελούν περίπου το 38% του ισραηλινού εμπορίου. Αλλά αντί να χρησιμοποιήσουν αυτή την επιρροή για να σταματήσουν το Ισραήλ από το να διαπράξει γενοκτονία, οι εξαγωγές της ΕΕ προς το Ισραήλ αυξήθηκαν από περίπου 30 δισεκατομμύρια δολάρια σε περίπου 32 δισεκατομμύρια το 2025.
Οι ισραηλινές εξαγωγές όπλων προς αυτές τις χώρες είναι απαραίτητες για τα σχέδιά τους να επανεξοπλιστούν για να αντιμετωπίσουν τη ρωσική απειλή. Οι ισραηλινές εξαγωγές αμυντικών προϊόντων έφτασαν στο ρεκόρ των 19,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 2025, αυξημένες σχεδόν κατά 30% σε ετήσια βάση και το πέμπτο συνεχόμενο ετήσιο υψηλό. Μια αξιοσημείωτη αγορά ήρθε με την αγορά του συστήματος πυραυλικής άμυνας Arrow 3 από τη Γερμανία, ύψους 4,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η Γερμανία αποτελεί την κινητήρια δύναμη της ευρωπαϊκής αγοράς όπλων του Ισραήλ και η Γερμανία είναι μία από τις τέσσερις χώρες που μπλοκάρουν τις κυρώσεις για εποικισμούς στις Βρυξέλλες. Η Βρετανία βρίσκεται στο ίδιο σύστημα.
Και υπάρχει πάντοτε ο αμερικανικός παράγοντας. Ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στο Ισραήλ Μάικ Χάκαμπι δήλωσε ότι θα υπάρξει “χωρίς αμφιβολία” απάντηση από την Ουάσινγκτον και είπε ότι θα μπορούσε να απαγορευτεί σε βρετανικές εταιρείες να δραστηριοποιούνται σε ορισμένες πολιτείες των ΗΠΑ. Ο Ράντι Φάιν, Ρεπουμπλικάνος από τη Φλόριντα, δήλωσε ότι οι βρετανικές εταιρείες θα μπορούσαν να αποκλειστούν από την πολιτεία του. Οποιαδήποτε κυβέρνηση αγγίζει την πραγματική οικονομία του Ισραήλ επιλέγει μια εμπορική διαμάχη με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο επικρατεί παράλυση. Στην άτυπη συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών στο Γουίκλοου στις 2 και 3 Σεπτεμβρίου, η Ιρλανδία και η Ισπανία, με την υποστήριξη του Βελγίου και της Ολλανδίας, πίεσαν για περιορισμούς σε ολόκληρη την ένωση στα αγαθά των εποικισμών. Η Γερμανία, η Αυστρία, η Τσεχία και η Ουγγαρία δήλωσαν ότι θα το μπλοκάρουν.
Ως Ισραηλινός, τονίζει ο Μπεν-Εφραίμ, ξέρω ακριβώς τι θα έβλαπτε τη χώρα μου: Πραγματικοί περιορισμοί στο εμπόριο, ακυρώσεις πραγματικά επικερδών και στρατηγικών συμφωνιών όπλων και κυρώσεις στην ίδια την κυβέρνηση, και όχι μόνο σε οικισμούς.
Αλλά και στο συμβολικό επίπεδο υπάρχουν πολύ πιο ισχυρά σύμβολα από τους οικισμούς. Η ισραηλινή ταυτότητα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ένταξή της στον δυτικό κόσμο και υπάρχουν δύο σύμβολα για αυτό. Η συμμετοχή της σε τουρνουά της UEFA, όπως τα Europa League και το Ευρωπαϊκό Champions League, και η συμμετοχή στη Eurovision. Ένα κράτος που έχει διαπράξει γενοκτονία δεν αξίζει κανένα από τα δύο προνόμια και η απομάκρυνσή του από αυτούς τους διαγωνισμούς θα δείξει ότι το Ισραήλ και η Ευρώπη το εννοούν σοβαρά. Και στις δύο περιπτώσεις, μετά από συζήτηση, το Ισραήλ παρέμεινε στους εν λόγω οργανισμούς και του επετράπη να συμμετάσχει.
Μια απαγόρευση αγαθών από εποικισμούς ικανοποιεί μια εγχώρια εκλογική περιφέρεια, κρατά τις Ηνωμένες Πολιτείες μακριά από την πλάτη της βρετανικής κυβέρνησης, αποφεύγει τους τομείς όπου το Ισραήλ είναι ενσωματωμένο στη δυτική οικονομία και μπορεί να εμφανισθεί ως νομικά επιβεβλημένη και όχι πολιτικά επιλεγμένη. Δεν συνιστά πάντως αποτελεσματική άσκηση πίεσης.
Κ.Ρ.


