Πιο αποδοτικές και με μεγαλύτερα μαξιλάρια ρευστότητας σε σύγκριση με το μέσο ευρωπαϊκό όρο εμφανίζονται για ένα ακόμη τρίμηνο οι ελληνικές τράπεζες.
Την ίδια στιγμή όμως βλέπουν τους κεφαλαιακούς τους δείκτες να μειώνονται ελαφρώς και τη σχετική απόσταση από την Ευρώπη να διευρύνεται, λόγω των τελευταίων κινήσεων μεγέθυνσης μέσω εξαγορών και της αυξημένης ανταμοιβής των μετόχων τους.
Οι τέσσερις μεγάλοι του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος παρουσιάζουν ισχυρότερους ρυθμούς μεγέθυνσης των ισολογισμών τους, καλύτερα επιτοκιακά περιθώρια και πιο αποτελεσματικό λειτουργικό μοντέλο
Πρόκειται για τα κεντρικά συμπεράσματα από την ανάλυση των νέων στοιχείων που αφορούν την περίοδο Μάρτιος – Ιούνιος 2026, τα οποία δημοσιοποίησε ο εποπτικός βραχίονας της ΕΚΤ (SSM).
Αναμφίβολα, οι τέσσερις μεγάλοι του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος (Alpha Bank, Eurobank, Εθνική, Πειραιώς) παρουσιάζουν ισχυρότερους ρυθμούς μεγέθυνσης των ισολογισμών τους, καλύτερα επιτοκιακά περιθώρια και πιο αποτελεσματικό λειτουργικό μοντέλο.
Ταυτόχρονα οι δείκτες καθυστερήσεων έχουν υποχωρήσει κοντά στα μέσα ευρωπαϊκά επίπεδα και δεν αποτελούν πλέον πρόβλημα για τον κλάδο, όπως καταδεικνύει και η σημαντική υποχώρηση του κόστους για το πιστωτικό ρίσκο.
Μάλιστα, η εικόνα στα ανοίγματα που παραμένουν πράσινα, αλλά έχουν αρχίσει να εμφανίζουν αρρυθμίες, είναι αυτήν τη στιγμή καλύτερη στην Ελλάδα.
Οι επιδόσεις
Αναλυτικότερα, οι επιδόσεις των ελληνικών συστημικών τραπεζών, όπως τις καταγράφει ο SSM στο νέο του report, είναι οι εξής:
Μέγεθος
Το συνολικό ενεργητικό τους ανήλθε στα 367,76 δισ. ευρώ στο τέλος του β΄ τριμήνου, αυξημένο κατά 10,49% σε ετήσια βάση και κατά 3,54% έναντι του α΄ τριμήνου 2026.
Στο σύνολο των 108 εποπτευόμενων τραπεζών από την ΕΚΤ, το ενεργητικό διαμορφώθηκε στα 29,47 τρισ. ευρώ, με ετήσια άνοδο 6,19% και τριμηνιαία στο 2,08%.
Αυτό σημαίνει ότι οι ελληνικές τράπεζες αναπτύσσουν τον ισολογισμό τους αισθητά ταχύτερα.
Εισόδημα
Στα λειτουργικά έσοδα οι μεταβολές είναι πολύ κοντά. Στην Ελλάδα καταγράφηκε ετήσια αύξηση 5,85% και τριμηνιαία 1,90% έναντι 6,38% και 2,23% αντίστοιχα στην Ευρώπη.
Αποδοτικότητα
Το σημείο στο οποίο υπερέχουν σημαντικά οι εγχώριοι όμιλοι αφορά στην κερδοφορία.
Ειδικότερα, την υπό εξέταση περίοδο το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο διαμορφώθηκε στο 2,67%, έναντι 1,54% στην Ευρώπη, ενώ η απόδοση ιδίων κεφαλαίων έφθασε το 12,29%, έναντι 10,73% αντίστοιχα.
Παράλληλα, ο δείκτης «κόστος προς έσοδα» ήταν μόλις 36,96%, έναντι 53,06% στο ευρωπαϊκό σύνολο, επιβεβαιώνοντας τη σαφώς υψηλότερη λειτουργική αποτελεσματικότητα στη χώρα μας.
Ρευστότητα
Ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτημα παραμένει η ρευστότητα. Ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών ήταν 198,41%, έναντι 154,91% στην Ευρώπη, ενώ ο NSFR διαμορφώθηκε στο 134,68%, έναντι 125,14%.
Παράλληλα, ο λόγος δανείων προς καταθέσεις ήταν μόλις 63,47%, έναντι 101,68% στο ευρωπαϊκό σύνολο, ένδειξη της πολύ ισχυρότερης καταθετικής βάσης.
Ως εκ τούτου υπάρχουν περιθώρια για υψηλότερους ρυθμούς πιστωτικής επέκτασης.
Πιστωτικός κίνδυνος
Θετική είναι η εικόνα των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων και ως προς την ποιότητα του ενεργητικού τους.
Με βάση τα νέα στοιχεία, το κόστος για τον πιστωτικό κίνδυνο έχει υποχωρήσει εφέτος στη ζώνη του 0,20% από 0,59% ένα χρόνο νωρίτερα, ενώ στην Ευρώπη διαμορφώθηκε στο 0,54%.
Πρόκειται για μία εξέλιξη που συνδέεται όχι μόνο με τη σημαντική μείωση των κόκκινων δανείων, αλλά και με την υποχώρηση του δείκτη των εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων αυξημένου πιστωτικού κινδύνου (Stage 2) στο 6,03%, από 6,86% στο β΄ τρίμηνο του 2025.
Τα επίπεδα αυτά είναι αισθητά χαμηλότερα από το 9,18% του ευρωπαϊκού συνόλου.
Αντίθετα, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια εξακολουθούν να αποτελούν σημείο υστέρησης, δίχως ωστόσο ιδιαίτερη σημασία, λόγω του χαμηλού σημείου στο οποίο βρίσκονται.
Συγκεκριμένα, ο σχετικός δείκτης στην Ελλάδα ήταν 2,62%, έναντι 1,89% στην Ευρώπη, ενώ βελτιώθηκε σε σχέση με το 2,73% που είχε καταγραφεί στο β΄ τρίμηνο του 2025.
Kεφαλαιακή επάρκεια
Ένα σημείο στο οποίο υστερούν οι εγχώριοι όμιλοι και είναι πιο ουσιώδες, σχετίζεται με την κεφαλαιακή επάρκεια.
Συγκεκριμένα, ο CET1 διαμορφώθηκε στο 14,91% στο τέλος Ιουνίου 2026, χαμηλότερα από το 16% του ευρωπαϊκού συνόλου και από το 16,09% ένα χρόνο πριν.
Υπάρχουν ακόμη κεφαλαιακά μαξιλάρια, ωστόσο σε σχέση με τη Γηραιά Ήπειρο ο σχετικός δείκτης είναι χαμηλότερος.
Αναλυτές χαρακτηρίζουν λογική αυτήν την εξέλιξη, καθώς προχώρησε ένας σημαντικός αριθμός εξαγορών τον τελευταίο χρόνο, ενώ η μερισματική πολιτική έχει καταστεί πιο γενναιόδωρη.
Από την άλλη, ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου ήταν στο 19,70% στην Ελλάδα έναντι 20,13% κατά μέσο όρο στην Ευρώπη.


