Η νέα συμφωνία ασφαλείας της Γροιλανδίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες δημιουργεί προϋποθέσεις για την αύξηση των αμερικανικών δαπανών στο αρκτικό νησί, εξέλιξη που θα μπορούσε να δώσει ώθηση σε μια οικονομία η οποία εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις κρατικές επιχορηγήσεις και την αλιεία.
Η συμφωνία, που υπεγράφη την Τρίτη στη Νέα Υόρκη, προβλέπει μεταξύ άλλων τη δημιουργία δύο νέων αμερικανικών βάσεων, ενώ ορίζει ότι οι συμβάσεις που θα αναθέτει η αμερικανική πλευρά θα πρέπει, “στον μέγιστο δυνατό βαθμό”, να καταλήγουν σε τοπικές επιχειρήσεις, όπως αναφέρει το Bloomberg.
Η πρόβλεψη αυτή ενισχύει τις προσδοκίες ότι οι αμερικανικές δαπάνες για υποδομές και άλλες δραστηριότητες μπορούν να δημιουργήσουν νέες ευκαιρίες για τις επιχειρήσεις της Γροιλανδίας και να συμβάλουν στην ανάδειξη της αμυντικής δραστηριότητας σε νέο πυλώνα της οικονομίας.
“Θέλουμε να αποτελέσει έναν από τους πυλώνες της οικονομίας”, δήλωσε ο Κρίστιαν Κέλντσεν, διευθύνων σύμβουλος της Ένωσης Επιχειρήσεων της Γροιλανδίας. Όπως εξήγησε, “το πλεονέκτημα της αμυντικής δραστηριότητας είναι ότι υπάρχει μια ανταλλαγή: χρήματα εισρέουν στην κοινωνία μας από τη δανική ή την αμερικανική κυβέρνηση και εμείς προσφέρουμε κάτι σε αντάλλαγμα”.
Παράλληλα, η συμμετοχή των τοπικών επιχειρήσεων στα έργα θα μπορούσε να ενισχύσει την απασχόληση και την τεχνογνωσία στο νησί. “Όταν οι τοπικές εταιρείες εξασφαλίζουν συμβάσεις, δημιουργούμε θέσεις εργασίας για τους κατοίκους της Γροιλανδίας και αναπτύσσουμε τις δεξιότητές τους”, σημείωσε ο Κέλντσεν.
Μια οικονομία που εξακολουθεί να εξαρτάται από τη Δανία
Οι πιθανές νέες εισροές κεφαλαίων έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία η Γροιλανδία βρίσκεται αντιμέτωπη με σημαντικές μακροπρόθεσμες οικονομικές προκλήσεις.
Με ΑΕΠ μόλις 3,3 δισ. δολάρια, η οικονομία της Γροιλανδίας βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αλιεία, αλλά και σε σχεδόν 1 δισ. δολάρια ετησίως σε επιχορηγήσεις από τη Δανία. Μόνο η ετήσια κρατική επιχορήγηση της Κοπεγχάγης αντιστοιχεί περίπου στο ήμισυ των δημοσίων εσόδων και στο ένα πέμπτο του ΑΕΠ της Γροιλανδίας.
Σύμφωνα με το Bloomberg, η εξάρτηση αυτή αποτελεί εδώ και χρόνια εμπόδιο στις προσπάθειες για μεγαλύτερη οικονομική αυτονομία του νησιού, το οποίο αποτελεί ημιαυτόνομη περιοχή στο πλαίσιο του Βασιλείου της Δανίας.
Σε έκθεσή του που δημοσιεύθηκε νωρίτερα αυτόν τον μήνα, το Οικονομικό Συμβούλιο της Γροιλανδίας προειδοποίησε ότι η γήρανση του πληθυσμού, η συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού και η περιορισμένη παραγωγική βάση θα ασκήσουν ολοένα μεγαλύτερη πίεση στην οικονομία.
“Το τι θα μπορούσε να καταστήσει τη Γροιλανδία οικονομικά αυτοδύναμη παραμένει εξαιρετικά ασαφές και επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από όλα όσα συμβαίνουν στο γεωπολιτικό πεδίο”, δήλωσε ο Τόρμπεν Μ. Άντερσεν, καθηγητής Οικονομικών και πρόεδρος του Συμβουλίου. “Υπάρχει ακόμη δρόμος να διανυθεί”.
Ανάκαμψη με κινητήριο δύναμη την αλιεία
Βραχυπρόθεσμα, πάντως, η οικονομία παρουσιάζει σημάδια ενίσχυσης.
Ύστερα από τρία χρόνια κατά τα οποία η ανάπτυξη παρέμεινε κάτω από το 1%, το Συμβούλιο εκτιμά ότι η οικονομική δραστηριότητα θα αυξηθεί κατά 1,3% το 2026 και κατά 1,5% το 2027. Καταλυτικό ρόλο αναμένεται να διαδραματίσουν οι υψηλότερες τιμές του μπακαλιάρου και οι αυξημένες αλιεύσεις, οι οποίες έχουν αντισταθμίσει τη μείωση των ποσοτήτων γαρίδας και καλκάνι της Γροιλανδίας.
Οι αλιεύσεις μπακαλιάρου έχουν σχεδόν διπλασιαστεί την τελευταία πενταετία, συμβάλλοντας στην άνοδο των εξαγωγών θαλασσινών σε επίπεδα που πλησιάζουν ιστορικά υψηλά.
Η εξέλιξη αυτή, ωστόσο, αναδεικνύει ταυτόχρονα την ευπάθεια της οικονομίας. Σύμφωνα με τη Στατιστική Υπηρεσία της Γροιλανδίας, τα ψάρια και τα οστρακοειδή αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 90% των συνολικών εξαγωγών, γεγονός που αφήνει την οικονομία ιδιαίτερα εκτεθειμένη στις διακυμάνσεις των τιμών και των αλιευτικών αποθεμάτων.
“Η οικονομία μας γίνεται πιο ευάλωτη αν δεν τη διαφοροποιήσουμε”, υπογράμμισε ο Κέλντσεν. “Πονάει πραγματικά όταν στηρίζεσαι μόνο σε ένα πόδι”.
Τουρισμός και εξορύξεις αναζητούν χώρο ανάπτυξης
Ο τουρισμός και η εξορυκτική δραστηριότητα θεωρούνται εδώ και χρόνια δύο από τους βασικούς δρόμους προς μια μεγαλύτερη οικονομική ανεξαρτησία, αντιμετωπίζουν όμως σημαντικούς περιορισμούς.
Ο τουρισμός αντιπροσωπεύει περίπου το 5% του ΑΕΠ και έχει αναπτυχθεί ταχύτατα τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα ξενοδοχεία και αεροπορικές συνδέσεις να αγγίζουν τα όρια των δυνατοτήτων τους κατά την κορύφωση της θερινής περιόδου. Η περαιτέρω ανάπτυξη του κλάδου θα απαιτήσει νέες υποδομές, αλλά και επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου.
Ακόμη μεγαλύτερες είναι οι δυσκολίες στον τομέα των εξορύξεων. Οι τεράστιοι, αλλά δύσκολα αξιοποιήσιμοι, ορυκτοί πόροι της Γροιλανδίας έχουν βρεθεί στο επίκεντρο του γεωπολιτικού ανταγωνισμού γύρω από το νησί. Ωστόσο, χρόνια ερευνών και επενδυτικών σχεδίων έχουν μέχρι στιγμής οδηγήσει σε περιορισμένη εμπορική δραστηριότητα.
Σήμερα λειτουργούν μόλις δύο ορυχεία, ενώ αρκετά ακόμη έργα που έχουν εξασφαλίσει τις απαιτούμενες άδειες δεν έχουν καταφέρει να βρουν χρηματοδότηση. Το Οικονομικό Συμβούλιο εκτιμά ότι οι ξένες επενδύσεις αποτελούν προϋπόθεση για την ευρύτερη ανάπτυξη του κλάδου.
“Είναι εξαιρετικά δύσκολο να πείσεις εμπορικούς επενδυτές να αναλάβουν το ρίσκο”, δήλωσε ο Σόρεν Μπιεργκάαρντ, επικεφαλής των υπηρεσιών τίτλων, ισοζυγίου πληρωμών και χρηματοπιστωτικών στατιστικών της κεντρικής τράπεζας της Δανίας. Κατά την πρόσφατη παρουσίαση των συμπερασμάτων του Συμβουλίου στη Νουούκ, χαρακτήρισε την έως τώρα ανάπτυξη του κλάδου “απογοητευτική”.
Το μεγάλο “αγκάθι” του εργατικού δυναμικού
Ακόμη όμως και μια σημαντική αύξηση των επενδύσεων δεν θα έλυνε ένα ακόμη βασικό πρόβλημα της Γροιλανδίας: την έλλειψη εργατικού δυναμικού.
Ο πληθυσμός εκτιμάται ότι θα μειωθεί από περίπου 56.700 σήμερα σε 53.100 το 2040, ενώ το εργατικό δυναμικό αναμένεται να συρρικνωθεί κατά περίπου 7%, λόγω της μείωσης των γεννήσεων και της καθαρής μετανάστευσης προς τη Δανία.
Απέναντι σε αυτές τις προκλήσεις, το Οικονομικό Συμβούλιο ζητά μεταρρυθμίσεις που θα αυξήσουν την προσφορά εργασίας και την παραγωγικότητα, θα βελτιώσουν το επίπεδο εκπαίδευσης και θα περιορίσουν τις δημόσιες δαπάνες.
Χωρίς αλλαγές, το δημοσιονομικό έλλειμμα θα μπορούσε να φτάσει περίπου τα 70 εκατ. δολάρια ετησίως έως τα τέλη της δεκαετίας του 2030. Για την κάλυψη του μακροπρόθεσμου δημοσιονομικού κενού, το Συμβούλιο εκτιμά ότι απαιτείται μόνιμη βελτίωση ισοδύναμη με το 8,4% του ΑΕΠ.
“Υπάρχουν αρκετοί διαρθρωτικοί παράγοντες που, με την πάροδο του χρόνου, εμποδίζουν την οικονομία να καταστεί πιο αυτοδύναμη”, δήλωσε ο Άντερσεν.
Η αμερικανική συμφωνία ως παράθυρο ευκαιρίας
Η νέα συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν εξαλείφει αυτούς τους περιορισμούς. Θα μπορούσε, ωστόσο, να συμβάλει στη δημιουργία ευνοϊκότερων συνθηκών για τις επενδύσεις που χρειάζεται η Γροιλανδία προκειμένου να διευρύνει την οικονομική της βάση.
Σύμφωνα με τον Άντερσεν, η συμφωνία μπορεί να λειτουργήσει θετικά ιδιαίτερα επειδή έρχεται να βάλει ένα τέλος σε μήνες πολιτικής αναταραχής, δημιουργώντας ένα πιο σταθερό περιβάλλον για την προσέλκυση επενδύσεων.
Για τη Γροιλανδία, το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο η αξιοποίηση των νέων αμερικανικών αμυντικών δαπανών, αλλά το κατά πόσο αυτές μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτης για τη δημιουργία νέων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, θέσεων εργασίας και δεξιοτήτων — και τελικά για μια οικονομία λιγότερο εξαρτημένη από την αλιεία και τις επιχορηγήσεις της Δανίας.


