Συγκεκριμένο περιεχόμενο μέσω εξαγορών, επενδύσεων σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας και νέων γραμμών χρηματοδότησης έχει αποκτήσει η οικονομική προσέγγιση μεταξύ της Ελλάδας και των χωρών του Κόλπου.
Τούτο επισημαίνει μιλώντας στο «Βήμα» ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος και επικεφαλής Corporate & Investment Banking της Eurobank Κώστας Βασιλείου, αναλύοντας τη στρατηγική σημασία των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ) για την εγχώρια αγορά και τα σχέδια της τράπεζας για ανάπτυξη των εργασιών της στην ευρύτερη περιοχή.
ΕΡ.: Κύριε Βασιλείου, πώς θα περιγράφατε τη σημερινή οικονομική σχέση της Ελλάδας με τη Μέση Ανατολή;
ΑΠ.: «Οι σχέσεις της χώρας μας με την ευρύτερη περιοχή βρίσκονται πλέον σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο, με στενή συνεργασία τόσο σε κυβερνητικό όσο και επιχειρηματικό επίπεδο. Εχουμε περάσει από την πολιτική προσέγγιση σε μια ώριμη οικονομική και επενδυτική συνεργασία. Μόνο τυχαίο δεν είναι ότι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) αποτελούν σήμερα τον μεγαλύτερο ξένο επενδυτή στην Ελλάδα. Πρόκειται για το πλέον εξωστρεφές κράτος της περιοχής, καθώς επενδύει σημαντικά κεφάλαια στη χώρα μας, όπου η Eurobank έχει συστημική παρουσία. Παράλληλα, εξελίσσεται σε ισχυρό χρηματοοικονομικό και επιχειρηματικό κέντρο, ενώ έχει ενισχύσει τον ρόλο του ως διαμετακομιστικού κόμβου μεταξύ Ανατολής και Δύσης».
ΕΡ.: Πώς μπορεί η ενίσχυση των δεσμών που περιγράφετε να μεταφραστεί σε ουσιαστικό όφελος για την ελληνική οικονομία;
ΑΠ.: «Τα ΗΑΕ επιδιώκουν να διαφοροποιήσουν το επενδυτικό τους χαρτοφυλάκιο. Στο πλαίσιο αυτό αναζητούν ευκαιρίες πέρα από τους παραδοσιακούς κλάδους. Η Ελλάδα λοιπόν μπορεί να έχει οφέλη από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα, καθώς προσφέρει πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά, στρατηγική θέση στην Ανατολική Μεσόγειο και επενδυτικές δυνατότητες στην ενέργεια, τις υποδομές και την τεχνολογία. Στόχος μας δεν πρέπει να είναι μόνο η προσέλκυση κεφαλαίων, αλλά και η ποιότητα και η βιωσιμότητα των επενδύσεων. Χρειαζόμαστε σταθερές συνεργασίες, με αμοιβαίο όφελος, που θα αντέξουν ακόμη και σε δυσκολότερες διεθνείς συνθήκες. Τα ΗΑΕ θεωρώ ότι πληρούν τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη τέτοιων δεσμών».
ΕΡ.: Αναφέρεστε σε σημαντικές επενδυτικές ευκαιρίες. Ποιες είναι οι κυριότερες επενδύσεις και επιχειρηματικές συμφωνίες που αποτυπώνουν μέχρι σήμερα το ενδιαφέρον των Εμιράτων για την Ελλάδα;
ΑΠ.: «Τα παραδείγματα είναι αρκετά. Η εξαγορά της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή από τη Masdar, αξίας περίπου 3,2 δισ. ευρώ, αναδεικνύει το ενδιαφέρον για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Στην υγεία, η PureHealth απέκτησε το 60% της Hellenic Healthcare Group έναντι 800 εκατ. ευρώ. Στις ψηφιακές υποδομές, η συνεργασία της ΔΕΗ με την EDGNEX της DAMAC προβλέπει τη δημιουργία κέντρου δεδομένων στα Σπάτα, με αρχική επένδυση 150 εκατ. ευρώ. Υπάρχουν ακόμη το σχήμα συνεπενδύσεων της Mubadala με την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα Επενδύσεων, ύψους 400 εκατ. ευρώ, η επένδυση Scarlet Beach στην Ερμιονίδα, ύψους περίπου 203 εκατ. ευρώ, αλλά και οι συμφωνίες διερεύνησης συνεργασιών της Motor Oil με την ADNOC και τη Masdar. Βλέπουμε, λοιπόν, ενδιαφέρον σε διαφορετικούς κλάδους».
ΕΡ.: Αρκετές από τις συμφωνίες που αναφέρατε αφορούν εξαγορές. Πέρα από την εισροή κεφαλαίων, ποιο είναι το πραγματικό αποτύπωμά τους στην ελληνική οικονομία;
ΑΠ.: «Μια εξαγορά δημιουργεί ουσιαστική αξία όταν συνοδεύεται από νέες παραγωγικές επενδύσεις, τεχνογνωσία, θέσεις εργασίας και διεθνή ανάπτυξη. Αυτό βλέπουμε να συμβαίνει με τις επενδύσεις που προανέφερα. Επιπλέον, οι συμφωνίες που υλοποιούνται θέτουν τις βάσεις για τη δημιουργία σταθερών συνεργασιών με την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Αυτό είναι σημαντικό για τις ελληνικές επιχειρήσεις και ιδιαίτερα τις νεοφυείς, που αποκτούν καλύτερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση και σε πελάτες από τον Κόλπο».
ΕΡ.: Προς αυτή την κατεύθυνση, πώς μπορεί να συμβάλει το Investopia Mediterranean – Athens, που πραγματοποιήθηκε την περασμένη εβδομάδα;
ΑΠ.: «Δεν πρόκειται απλώς για ένα συνέδριο. Είναι μια πρωτοβουλία των ΗΑΕ που φέρνει κοντά επιχειρήσεις, επενδυτές και θεσμικούς παράγοντες από πολλές χώρες, με στόχο τη δικτύωση και τη δημιουργία συνεργασιών. Η Eurobank συμμετείχε ως στρατηγικός εταίρος έπειτα από περίπου δύο χρόνια επαφών και συστηματικών επισκέψεων στα Εμιράτα. Το κρίσιμο είναι τι ακολουθεί: ποιες συζητήσεις μετατρέπονται σε χρηματοδοτήσεις, επενδύσεις και συγκεκριμένα έργα με μετρήσιμο οικονομικό αποτέλεσμα».
ΕΡ.: Σε αυτή την προσπάθεια, πώς μπορεί η Eurobank να λειτουργήσει ως γέφυρα μεταξύ Κόλπου και Ευρώπης και σε ποιες εργασίες στοχεύει;
ΑΠ.: «Διακρίνουμε πέντε βασικούς άξονες. Πρώτον, την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών για επενδύσεις στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία και την Κύπρο. Δεύτερον, τη χρηματοδότηση εξαγορών στις χώρες αυτές, αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, καθώς τα επενδυτικά κεφάλαια ενδιαφέρονται έντονα για εμβληματικά περιουσιακά στοιχεία υψηλής αξίας. Τρίτον, τη συμμετοχή στη χρηματοδότηση μεγάλων έργων υποδομής στη Μέση Ανατολή. Τέταρτον, τη στήριξη ασιατικών επιχειρήσεων που μεταφέρουν την έδρα τους ή αναπτύσσουν δραστηριότητες στις αγορές όπου η Eurobank διαθέτει συστημική παρουσία. Πέμπτον, την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης περιουσίας σε εύπορους κατοίκους της Μέσης Ανατολής. Η παρουσία μας σε Ελλάδα, Βουλγαρία και Κύπρο, καθώς και οι δραστηριότητές μας σε Λουξεμβούργο και Λονδίνο, υποστηρίζουν αυτή τη στρατηγική».
ΕΡ.: Αυτή την περίοδο προετοιμάζετε τη φυσική σας παρουσία στα ΗΑΕ. Τι ακριβώς επιδιώκετε με αυτή την κίνηση;
ΑΠ.:«Η γεωγραφική εγγύτητα προς τους επενδυτές έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι αποφάσεις για μεγάλα έργα, συγχωνεύσεις ή εξαγορές απαιτούν γνώση της τοπικής αγοράς και διαρκή επαφή με τους ανθρώπους που τις λαμβάνουν. Για τον λόγο αυτόν σχεδιάζουμε την ανάπτυξη φυσικής παρουσίας στο χρηματοοικονομικό κέντρο του Αμπου Ντάμπι (Abu Dhabi Global Market), στις αρχές του 2027, ενώ έχει ήδη επιλεγεί το στέλεχος που θα αναλάβει την ευθύνη της τοπικής μας παρουσίας. Θα έχει στοχευμένο χαρακτήρα, χωρίς να περιλαμβάνει το πλήρες φάσμα τραπεζικών δραστηριοτήτων, με στόχο την ενίσχυση των σχέσεων με την επιχειρηματική κοινότητα και τον εντοπισμό επενδυτικών ευκαιριών. Το Γραφείο Αντιπροσωπείας μας στο Μουμπάι συνδέει ήδη την Ινδία με την Ελλάδα, την Κύπρο και την Ευρώπη, ενώ εξετάζουμε περαιτέρω ανάπτυξη στη Σαουδική Αραβία. Δεν επιδιώκουμε απλώς γεωγραφική επέκταση, αλλά μακροχρόνιες σχέσεις σε αγορές όπου διαμορφώνονται νέες ροές εμπορίου και επενδύσεων».
ΕΡ.: Η επέκταση αυτή, ωστόσο, σχεδιάζεται εν μέσω πολέμου στη Μέση Ανατολή. Πόσο επηρεάζει η ένταση τις προοπτικές και τα σχέδιά σας;
ΑΠ.: «Η κλιμάκωση της έντασης απαιτεί αναμφίβολα προσεκτική αξιολόγηση. Πιστεύω, ωστόσο, ότι στις δύσκολες περιόδους χτίζονται οι πιο στέρεες σχέσεις και ότι οι μακροπρόθεσμες προοπτικές παραμένουν ευοίωνες. Σημαντικό μέρος της πλεονάζουσας ρευστότητας βρίσκεται σήμερα στην Ασία. Για να προσελκύσουμε μέρος αυτών των κεφαλαιακών ροών, η φυσική παρουσία στην περιοχή είναι καθοριστική».
ΕΡ.: Με δεδομένες αυτές τις ευκαιρίες αλλά και τους κινδύνους, ποιο είναι τελικά το μεγαλύτερο στοίχημα για τις σχέσεις Ελλάδας και Μέσης Ανατολής;
ΑΠ.: «Να μετατρέψουμε τη σημερινή κινητικότητα σε διαρκείς οικονομικές σχέσεις. Το γεωπολιτικό περιβάλλον απαιτεί προσεκτική αξιολόγηση κινδύνων και αξιόπιστα επενδυτικά σχέδια. Η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει το ενδιαφέρον για καθαρή ενέργεια, ψηφιακές υποδομές και καινοτομία, αρκεί να προσφέρει συνέχεια και προβλεψιμότητα. Στόχος δεν πρέπει να είναι απλώς οι περισσότερες συμφωνίες, αλλά η δημιουργία μακροπρόθεσμης αξίας».


