Του Κώστα Ράπτη
Ο Αμερικανός γερουσιαστής από το Μέριλαντ, Κρις βαν Χόλεν, δεν έδειξε να εντυπωσιάζεται από την θερμή υποδοχή της ομιλίας του επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Μάρκο Ρούμπιο, στην Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου. Όπως ανέγραψε στο Χ, “το παρατεταμένο χειροκρότημα στον Ρούμπιο αφότου διακήρυξε στο Μόναχο το τέλος της “κατάστασης πραγμάτων βασισμένης σε κανόνες” (rules based order) δείχνει πόσο αδύναμοι έχουν γίνει πολλοί Ευρωπαίοι “ηγέτες”. Αντί να υπερασπισθούν τα οικουμενικά ανθρώπινα δικαιώματα, υπέκυψαν σε αυτό το τραγούδι των σειρήνων περί αίματος και εδάφους”.
Ο ενθουσιασμός του ευρωπαϊκού ακροατηρίου δεν ήταν ολότελα ειλικρινής – τουλάχιστον αν πιστέψουμε τον αρθρογράφο των Financial Times, Γκίντεον Ράχμαν, ο οποίος σε δική του ανάρτηση σημείωσε: “Ως κάποιος που κουβεντιάζει με ανθρώπους στους διαδρόμους [της Διάσκεψης του Μονάχου]: Μην νομίζετε ότι οι Ευρωπαίοι το πιστεύουν πραγματικά. [Οι Αμερικανοί] Προσποιούνται ότι μας αγαπούν ακόμα. Εμείς προσποιούμαστε ότι τους πιστεύουμε. Εν τω μεταξύ, προσλαμβάνονται ακριβοί δικηγόροι διαζυγίων”.
Το παρατεταμένο χειροκρότημα θα πρέπει βέβαια να ερμηνευθεί με βάση την ψυχρολουσία που αποτέλεσε η περσινή ομιλία στην ίδια διοργάνωση του αντιπροέδρου των ΗΠΑ, Τζ. Ντ. Βανς. Με αυτή την έννοια, το ευρωπαϊκό ακροατήριο είναι δέσμιο του ανταγωνισμού για το μέλλον του τραμπισμού, καθώς έχει ήδη ξεκινήσει ο αγώνας δρόμου για τις εκλογές του 2028 ανάμεσα στο γνήσιο τέκνο του, Τζ. Ντ. Βανς, και τον εκ μεταγραφής προσελθόντα Ρούμπιο.
Ο Ράχμαν, πάντως, θεωρεί ότι όσο και αν η ομιλία Ρούμπιο ήταν πολύ πιο επεξεργασμένη σε σύγκριση με την περσινή του Βανς, αλλά και το σόου του ίδιου του Τραμπ τον περασμένο μήνα στο Νταβός, το υποκείμενο μήνυμα δεν είναι ριζικά διαφορετικό σε ό,τι αφορά την διατλαντική σχέση.
Η ατζέντα είναι πάντα η ίδια: επαναβιομηχάνιση, έλεγχος των εφοδιαστικών αλυσίδων, περιορισμός της μετανάστευσης, ανάληψη αμυντικών βαρών από τους συμμάχους, άρνηση του “κλιματικού cult”, απόκρουση των “αναποτελεσματικών” πολυμερών διαδικασιών και θεσμών όπως ο ΟΗΕ, αλλά και πολιτισμική αυτοπεποίθηση που θα εμπνεύσει την κατάκτηση νέων “συνόρων”, προς έναν “νέο Δυτικό αιώνα”.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών δεν περιορίσθηκε στο να καταστήσει πιο ευγενικές τις διατυπώσεις, τονίζοντας λ.χ. ότι οι ΗΠΑ θέλουν “εταίρους” και όχι “υποτελείς”. Επιδίωξε να εμπνεύσει μια κοινή υπερηφάνια μεταξύ των συμμάχων, κηρύσσοντας ενός είδους ιδεολογική αντεπίθεση μιας “Δύσης” απενοχοποιημένης για το αποικιοκρατικό παρελθόν της (από το οποίο γεννήθηκε, ως ευρωπαϊκό εκβλάστημα, όπως τόνισε, και η δική του πατρίδα) και για τις ιμπεριαλιστικές πρακτικές.
Όπως ανέφερε, περιγράφοντας τον κόσμο την επαύριο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου: “Οι μεγάλες δυτικές αυτοκρατορίες είχαν εισέλθει σε μια οριστική παρακμή, η οποία επιταχύνθηκε από άθεες κομμουνιστικές επαναστάσεις και από αντιαποικιακές εξεγέρσεις που θα μεταμόρφωναν τον κόσμο και θα σκέπαζαν με το κόκκινο σφυροδρέπανο τεράστιες εκτάσεις του χάρτη τα επόμενα χρόνια. Σε αυτό το πλαίσιο, τότε, όπως και τώρα, πολλοί πίστευαν ότι η εποχή της κυριαρχίας της Δύσης είχε φτάσει στο τέλος της και ότι το μέλλον μας ήταν προορισμένο να αποτελέσει μιαν αμυδρή και αδύναμη ηχώ του παρελθόντος μας. Αλλά οι προκάτοχοί μας αναγνώρισαν ότι η παρακμή ήταν μια επιλογή, και ήταν μια επιλογή που αρνήθηκαν να κάνουν. Αυτό κάναμε μαζί κάποτε στο παρελθόν, και αυτό θέλουν να κάνουν ξανά ο Πρόεδρος Τραμπ και οι Ηνωμένες Πολιτείες τώρα, μαζί με εσάς”.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το πραγματικό αντικείμενο της ομιλίας Ρούμπιο είναι η άρνηση του “πολυπολικού κόσμου”. Εάν μάλιστα δεχθούμε, όπως υποστηρίζουν οι ανταγωνιστές των ΗΠΑ στην Ευρασία και τον πλανητικό Νότο, ότι η ανάδυση αυτού του κόσμου είναι διαδικασία “αντικειμενική” και “μη αντιστρεπτή”, τότε η ομιλία Ρούμπιο θα πρέπει να θεωρηθεί ως μία μάχη οπισθοφυλακής απέναντι στην πορεία της Ιστορίας τα τελευταία ογδόντα χρόνια.
Η έμμεση παραπομπή προς τον “νέο Αμερικανικό αιώνα”, που εμπνεύσθηκαν οι “νεοσυντηρητικοί” της Ουάσιγκτον, ανοίγοντας τον δρόμο σε περιπέτειες όπως η εισβολή στο Ιράκ, φανερώνει βέβαια τα πραγματικά όρια του “νέου Δυτικού αιώνα”. Η “κραταιά αυτοκρατορία” της παρούσης, όπως και αυτές που νοσταλγεί ο Ρούμπιο, δεν προσφέρεται κατά την αναδίπλωσή της σε γενναιόδωρο συμμερισμό (όπως ίσως φαντάζονται οι χειροκροτητές του Μονάχου) νέων λαφύρων που δεν είναι σαφές από πού θα προκύψουν. Περισσότερο προσανατολίζεται στην ευκολότερη λύση της αφαίμαξης των φίλων – και οι διατλαντικές τριβές το εικονογραφούν χαρακτηριστικά.


