Τέσσερις δεκαετίες μετά την καταστροφή του Τσερνόμπιλ, η οποία απελευθέρωσε τεράστιες ποσότητες ραδιενέργειας και οδήγησε την Ιταλία στην εγκατάλειψη της πυρηνικής ενέργειας, η κυβέρνηση της πρωθυπουργού Τζιόρτζια Μελόνι θέτει τα θεμέλια για την επιστροφή της, καθώς η χώρα επιδιώκει να βελτιώσει την ενεργειακή της ασφάλεια.
Η κυβέρνηση βασίζεται σε μια νέα γενιά Ιταλών που θεωρούν την πυρηνική ενέργεια ως πηγή ηλεκτρικής ενέργειας με χαμηλές εκπομπές άνθρακα, ως εργαλείο για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και ως μέσο ενίσχυσης της σταθερότητας του ενεργειακού εφοδιασμού εν μέσω των διαταραχών που προκαλούν οι πόλεμοι στην Ουκρανία και το Ιράν.
Ποντάρει, σύμφωνα με ειδικούς που επικαλείται το Associated Press, στην εκτίμηση ότι αυτή η υποστήριξη θα μετριάσει τις απόψεις των Ιταλών που έζησαν το πυρηνικό δυστύχημα του 1986, οι οποίοι εξακολουθούν να βλέπουν την πυρηνική ενέργεια μέσα από το πρίσμα του κινδύνου και της καταστροφής και έχουν απορρίψει δύο φορές σε δημοψηφίσματα την επαναφορά της πυρηνικής ενέργειας.
Την επόμενη εβδομάδα, το ιταλικό κοινοβούλιο αναμένεται να εγκρίνει νομοσχέδιο που προωθεί η κυβέρνηση και το οποίο θεσπίζει ένα νομικό πλαίσιο για τις πυρηνικές τεχνολογίες επόμενης γενιάς. Στη συνέχεια, η κυβέρνηση θα έχει στη διάθεσή της 12 μήνες για να συντάξει εκτελεστικά διατάγματα που θα καλύπτουν την αδειοδότηση των αντιδραστήρων, τα πρότυπα ασφάλειας, τη διαχείριση των αποβλήτων και την επιλογή των τοποθεσιών.
“Το καθήκον της κυβέρνησης αυτή τη στιγμή είναι να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις, ώστε όσοι τελικά θα αποφασίσουν για τις εγκαταστάσεις να είναι σε θέση να το πράξουν”, δήλωσε ο Γκιλμπέρτο Πιτσέτο Φρατίν, υπουργός Περιβάλλοντος και Ενεργειακής Ασφάλειας, σε συνέντευξή του στο AP πριν από την ψηφοφορία.
Ανατροπή μετά την Ουκρανία
Η συζήτηση στην Ιταλία έρχεται την ώρα που αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων η Γαλλία και η Πολωνία, επεκτείνουν ή επιδιώκουν την ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας εν μέσω ανησυχιών για την ενεργειακή ασφάλεια και τους κλιματικούς στόχους που προσπαθούν να πετύχουν. Σε αντίθεση με αυτές, όμως, η Ρώμη προσπαθεί να ξαναχτίσει έναν κλάδο που οι Ιταλοί είχαν καταργήσει πριν από δεκαετίες.
Η Ιταλία ήταν κάποτε από τους πρωτοπόρους της πυρηνικής ενέργειας στην Ευρώπη. Τέσσερις αντιδραστήρες λειτουργούσαν μέχρι το 1987, όταν ένα δημοψήφισμα έθεσε ουσιαστικά τέλος στο πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας, ως συνέπεια της καταστροφής του Τσερνόμπιλ. Μια άλλη προσπάθεια αναβίωσης της πυρηνικής ενέργειας απέτυχε μετά την καταστροφή της Φουκουσίμα στην Ιαπωνία το 2011, όταν περίπου το 94% των ψηφοφόρων αντιτάχθηκε στα σχέδια για νέους αντιδραστήρες.
Άρα, η στροφή της Ιταλίας θα σηματοδοτούσε μία από τις πιο φιλόδοξες ενεργειακές “ανατροπές” στην Ευρώπη.
Η κυβέρνηση Μελόνι υποστηρίζει ότι η αυξανόμενη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, οι κλιματικοί στόχοι και οι ανησυχίες για την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία δικαιολογούν την επανένταξη της πυρηνικής ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα της Ιταλίας.
Ο υπουργός Ενέργειας αναφέρει ότι η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας θα μπορούσε να αυξηθεί κατά τουλάχιστον 30% μέσα σε περίπου μια δεκαετία, απαιτώντας ένα ευρύτερο μείγμα πηγών ενέργειας πέρα από τις ανανεώσιμες μόνο.
Αντί να αναβιώσει τα μεγάλα εργοστάσια του παρελθόντος, η κυβέρνηση επικεντρώνεται στους μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες (small modular reactor – SMR) και σε άλλες προηγμένες τεχνολογίες που, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της προσέγγισης αυτής, θα μπορούσαν να είναι ασφαλέστερες, πιο ευέλικτες και ταχύτερες στην κατασκευή.
“Μιλάμε για την τρίτη προηγμένη γενιά (πυρηνικής ενέργειας), η οποία είναι πολύ πιο εφαρμόσιμη σε σχέση με τις υπάρχουσες ανάγκες, πολύ πιο ασφαλής, καθώς είναι μικρού μεγέθους και έχει πολύ σύντομους χρόνους κατασκευής”, δήλωσε ο Πιτσέτο Φρατίν.
“Όταν με ρωτούν για χρονοδιάγραμμα, απαντώ 2033, 2034, 2035”, πρόσθεσε, αναφερόμενος στο πότε θα μπορούσαν ρεαλιστικά να αρχίσουν να λειτουργούν οι πρώτοι αντιδραστήρες επόμενης γενιάς.
Ο στόχος της Ιταλίας για επιστροφή στην πυρηνική ενέργεια εντάσσεται σε μια παγκόσμια τάση των χωρών να επανεξετάζουν τις επιλογές τους στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας, η οποία ενισχύεται από τις σταθερές βελτιώσεις στην τεχνολογία, στην ασφάλεια και στη μείωση του κόστους κατασκευής και λειτουργίας των αντιδραστήρων.
Μια διχασμένη χώρα
Στον πυρηνικό σταθμό της Λατίνα, νότια της Ρώμης, εργαζόμενοι με προστατευτικές στολές και μάσκες εξακολουθούν να αποσυναρμολογούν τα απομεινάρια της πρώτης πυρηνικής εποχής της Ιταλίας, ενώ οι πολιτικοί συζητούν πώς να χτίσουν μια δεύτερη.
Σύμφωνα με τη Βιβιάνα Κρουτσιάνι, η οποία επιβλέπει τη διαδικασία στον πυρηνικό σταθμό που διαχειρίζεται η κρατική εταιρεία Sogin, “υπάρχει μια γενιά που γεννήθηκε αμέσως μετά το Τσερνόμπιλ και εξακολουθεί να βλέπει την πυρηνική ενέργεια αποκλειστικά υπό το πρίσμα του ατυχήματος”.
“Υπάρχει όμως και μια άλλη γενιά, πολύ νεότερη, που είναι ενθουσιώδης όσον αφορά την πυρηνική ενέργεια και μάλιστα εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι η χώρα δεν έχει σημειώσει ακόμη καμία πρόοδο προς την επιστροφή σε αυτή την τεχνολογία”.
Έρευνα που διεξήχθη τον Ιούνιο του 2026 από την Only Numbers έδειξε ότι περίπου το 55% των Ιταλών υποστηρίζει τα πυρηνικά εργοστάσια νέας γενιάς.
Ο Μικέλε Γκοβερνατόρι, ανώτερος σύμβουλος στο κέντρο μελετών για το κλίμα και την ενέργεια ECCO, δήλωσε ότι η υποστήριξη αυτή είναι πιο εμφανής μεταξύ των νεότερων Ιταλών.
Αμφιβολίες για τα οικονομικά οφέλη
Δεν έχουν πειστεί όμως όλοι. “Αν χρησιμοποιήσουμε την πυρηνική ενέργεια ως εφεδρεία… το μέσο κόστος ενέργειας γίνεται καταστροφικό. Επομένως, δυστυχώς, δεν λειτουργεί συμπληρωματικά με τις ανανεώσιμες πηγές και δεν είναι φθηνή”, δήλωσε ο Γκοβερνατόρι.
Ο Πιτσέτο Φρατίν παραδέχθηκε ότι η πυρηνική ενέργεια δεν αποτελεί βραχυπρόθεσμη λύση για τις υψηλές τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος.
“Η πυρηνική ενέργεια δεν μειώνει τους λογαριασμούς των καταναλωτών σήμερα”, ανέφερε.
“Η πυρηνική ενέργεια του αύριο όμως μπορεί να βοηθήσει στη μείωσή τους”.
Εκτιμήσεις του κλάδου υποδεικνύουν ότι ένας μικρός αντιδραστήρας ισχύος 300 megawatt θα μπορούσε να κοστίσει από 3 έως 6 δισεκατομμύρια ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται τα έξοδα υποδομών και δικτύου.
Η κυβέρνηση ελπίζει ότι μεγάλο μέρος αυτής της χρηματοδότησης θα προέλθει από ιδιωτικά κεφάλαια, δήλωσε υπουργός Ενέργειας.
Ο Γκοβερνατόρι θεωρεί ότι το κόστος παραμένει το πιο αδύναμο σημείο στα επιχειρήματα της κυβέρνησης. “Η πυρηνική ενέργεια που κατασκευάζεται σήμερα στην Ευρώπη έχει υπέρογκο κόστος”, τόνισε. “Από τη μία πλευρά το κόστος είναι εξαιρετικά υψηλό, και από την άλλη οι ιδιώτες επενδυτές απομακρύνονται”.
Ο ίδιος αμφισβήτησε επίσης αν οι αντιδραστήρες SMR θα βελτιώσουν θεαματικά αυτά τα οικονομικά στοιχεία, σημειώνοντας ότι η συγκεκριμένη τεχνολογία δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί εμπορικά σε μεγάλη κλίμακα.
Η πολιτική δοκιμασία
Το μεγαλύτερο πολιτικό εμπόδιο ενδέχεται να είναι η εύρεση τοποθεσιών για την κατασκευή αντιδραστήρων και την αποθήκευση των αποβλήτων.
Η Ιταλία εξακολουθεί να μην διαθέτει εθνικό χώρο ταφής για τα υπάρχοντα πυρηνικά απόβλητα, μεγάλο μέρος των οποίων παραμένει αποθηκευμένο σε προσωρινές εγκαταστάσεις σε όλη τη χώρα. Κάθε μελλοντική τοποθεσία για αντιδραστήρες ή την αποθήκευση των αποβλήτων είναι πιθανό να αντιμετωπίσει ισχυρές τοπικές αντιδράσεις.
Ακόμη και αν το Κοινοβούλιο εγκρίνει τη νομοθεσία, όσοι αντιτίθενται σε αυτό, συμπεριλαμβανομένων περιβαλλοντικών οργανώσεων και κομμάτων της Αριστεράς, θα μπορούσαν να επιδιώξουν νέο δημοψήφισμα μόλις οριστικοποιηθούν οι συγκεκριμένες τοποθεσίες των αντιδραστήρων και τα σχέδια αποθήκευσης αποβλήτων.
Έρευνες δείχνουν ότι η υποστήριξη προς την πυρηνική ενέργεια μειώνεται κατακόρυφα όταν οι πολίτες ερωτώνται αν θα δέχονταν έναν αντιδραστήρα κοντά στον τόπο κατοικίας τους. Δημοσκοπήσεις που επικαλούνται ειδικοί δείχνουν ότι περίπου έξι στους δέκα Ιταλούς εναντιώνονται στην κατασκευή αντιδραστήρα στην επαρχία τους.
“Όταν θα πρέπει πλέον να τεθεί σοβαρά το ερώτημα του πού θα κατασκευαστεί εργοστάσιο και πόσο θα κοστίσει, είναι πιθανό η κοινή γνώμη να γίνει εκ νέου αρνητική”, κατέληξε ο Γκοβερνατόρι.


