Νέα ένταση στις σχέσεις Ουάσιγκτον και Κιέβου προκαλεί η συμφωνία του Ντόναλντ Τραμπ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ στις ΗΠΑ.
Ωστόσο, σύμφωνα με Αμερικανό αξιωματούχο που μίλησε στο Axios, η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ συνδέεται με την άρνηση της Ουκρανίας να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, παρά τα επανειλημμένα αιτήματα της αμερικανικής πλευράς.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια κρίσιμη συγκυρία, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να προωθήσει μια νέα συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου.
Ο ίδιος αξιωματούχος υποστήριξε ότι οι ουκρανικές επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια έχουν επιβαρύνει την ενεργειακή κατάσταση και έχουν συμβάλει στην άνοδο των τιμών των καυσίμων, προκαλώντας ανησυχία στην αμερικανική κυβέρνηση.
Όπως ανέφερε, ο Τραμπ θεωρεί ότι το Κίεβο υπονομεύει την καλή σχέση που είχε οικοδομηθεί μεταξύ των δύο ηγετών τους τελευταίους μήνες.
Από την πλευρά του, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε αιφνιδιασμένος από τη συμφωνία, χαρακτηρίζοντάς την άδικη και ανέντιμη, ενώ εξέφρασε την άποψη ότι αποτελεί αδικαιολόγητο δώρο προς τον Ρώσο πρόεδρο.
Το παρασκήνιο των συνομιλιών και οι προειδοποιήσεις
Κατά τη διάρκεια πολύωρων διαπραγματεύσεων στο Μαϊάμι, οι Αμερικανοί απεσταλμένοι Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ φέρεται να ενημέρωσαν την ουκρανική αντιπροσωπεία ότι ο Τραμπ σχεδίαζε να συνομιλήσει με τον Πούτιν και να προχωρήσει σε κινήσεις για την άρση των περιορισμών στις ρωσικές εξαγωγές ντίζελ.
Σύμφωνα με την αμερικανική πλευρά, η απόφαση συνδέθηκε με την επιθυμία να περιοριστούν οι επιπτώσεις των ουκρανικών επιθέσεων στις τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ.
Ο Ζελένσκι, πάντως, είχε δηλώσει ότι θα μπορούσε να σταματήσει τις επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Μόσχα διέκοπτε αντίστοιχα τα πλήγματα στις ουκρανικές ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Η ένταση κλιμακώθηκε περαιτέρω όταν Ουκρανός αξιωματούχος υποστήριξε ότι οι δύο Αμερικανοί απεσταλμένοι άφησαν να εννοηθεί πως η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να διακόψει την πρόσβαση του Κιέβου στις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών, εάν συνεχιζόταν η ίδια τακτική.
Ο Αμερικανός αξιωματούχος που μίλησε στο Axios αρνήθηκε ότι διατυπώθηκε τέτοια απειλή, σημειώνοντας ότι οι ΗΠΑ υπενθύμισαν στην ουκρανική πλευρά τη σημασία της αμερικανικής στρατιωτικής και πληροφοριακής υποστήριξης. Παράλληλα, η Μόσχα είχε περιορίσει τις εξαγωγές ντίζελ, σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεθνείς αγορές ενέργειας δέχονται ήδη πιέσεις εξαιτίας του πολέμου στο Ιράν.
Πέρα από τη διαφωνία για τα καύσιμα, οι συνομιλίες στο Μαϊάμι είχαν ως στόχο την προώθηση ενός ευρύτερου σχεδίου για την ειρήνη. Στο τραπέζι βρέθηκαν οι εγγυήσεις ασφαλείας που θα μπορούσαν να προσφέρουν στην Ουκρανία οι ΗΠΑ, η Ευρώπη και το ΝΑΤΟ, πιθανές εδαφικές διευθετήσεις, αλλά και η χρηματοδότηση της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης και η ανασυγκρότηση του ουκρανικού στρατού.
Συζητήθηκαν, επίσης, η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας και το ενδεχόμενο διαμόρφωσης ενός νέου πλαισίου ασφαλείας μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας. Οι Αμερικανοί απεσταλμένοι φέρεται να εξετάζουν επισκέψεις στη Μόσχα και στο Κίεβο, αν και η νέα αντιπαράθεση ενδέχεται να επηρεάσει τον σχεδιασμό τους.
Παρά τις διπλωματικές προσπάθειες, η προοπτική άμεσης επανέναρξης των ειρηνευτικών συνομιλιών παραμένει αβέβαιη. Σύμφωνα με τον σύμβουλο εξωτερικής πολιτικής του Κρεμλίνου, Γιούρι Ουσάκοφ, ο Πούτιν δεν δεσμεύτηκε, κατά την τηλεφωνική επικοινωνία διάρκειας 90 λεπτών με τον Τραμπ, για το πότε θα μπορούσαν να επαναληφθούν οι διαπραγματεύσεις.
Η ρωσική πλευρά επικαλέστηκε τις ουκρανικές επιθέσεις στη Μόσχα και σε άλλες πόλεις κατά τη διάρκεια των ρωσικών βουλευτικών εκλογών. Έτσι, ενώ η Ουάσιγκτον αναζητά μια πρόταση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε συμφωνία με τη Μόσχα, η αντιπαράθεση για το ρωσικό ντίζελ προσθέτει ένα ακόμη εμπόδιο στις προσπάθειες για τον τερματισμό του πολέμου.
-: TheTOC


