
Οι πετρελαϊκοί κολοσσοί κατέγραψαν ένα εντυπωσιακό άλμα κερδών το δεύτερο τρίμηνο του έτους. Το μεγάλο ερώτημα πλέον είναι αν ο κλάδος θα αξιοποιήσει αυτή την ταμειακή «έκρηξη» για να ανταμείψει τους μετόχους, να ενισχύσει τους ισολογισμούς του ή να επενδύσει στο μέλλον — την ώρα που προσπαθεί να αποφύγει τις ολοένα εντονότερες πολιτικές αντιδράσεις.
Οι πέντε μεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρείες, Exxon Mobil, Chevron, BP, Shell και TotalEnergies, κατέγραψαν συνολικά κέρδη ύψους 48 δισ. δολαρίων το διάστημα Απριλίου-Ιουνίου, επωφελούμενες από τις υψηλότερες τιμές των ορυκτών καυσίμων εν μέσω των εχθροπραξιών μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Σύμφωνα με μετάδοση του CNBC, άντλησαν σχεδόν 90 δισ. δολάρια σε ταμειακές ροές, επίπεδο-ρεκόρ και υψηλότερο ακόμη και από εκείνο που είχε καταγραφεί μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία στις αρχές του 2022.
Τα υπερκέρδη έχουν προκαλέσει την αντίδραση περιβαλλοντικών οργανώσεων, οι οποίες επαναφέρουν το αίτημα για επιβολή έκτακτου φόρου στα υπερκέρδη του κλάδου. Κριτική άσκησε και ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος επιτέθηκε στις Exxon και Chevron επειδή, όπως είπε, αποκόμισαν «πάρα πολλά χρήματα» από την άνοδο των τιμών των καυσίμων λόγω του πολέμου με το Ιράν.
«Οι μεγάλες πετρελαϊκές απολάμβαναν ένα πρωτοφανές ταμειακό πλεόνασμα το περασμένο τρίμηνο», δήλωσε στο CNBC ο Κλαρκ Γουίλιαμς-Ντέρι, αναλυτής ενεργειακών επενδύσεων στο Institute for Energy Economics and Financial Analysis (IEEFA).
Ωστόσο, όπως σημείωσε, τα χρήματα αυτά δεν κατευθύνθηκαν σε μια νέα έξαρση γεωτρήσεων, παρά την πολιτική «drill, baby, drill» του Τραμπ, με στόχο τη μεγιστοποίηση της αμερικανικής παραγωγής ενέργειας. Οι κεφαλαιουχικές δαπάνες, τα μερίσματα και οι επαναγορές μετοχών παρέμειναν σε γενικές γραμμές σταθερά.
Το ερώτημα, επομένως, είναι πού πήγαν τα επιπλέον χρήματα.
Ενίσχυση ταμειακών διαθεσίμων και μείωση χρέους
Σε μεγάλο βαθμό, οι πετρελαϊκές επέλεξαν να αυξήσουν τα ταμειακά τους διαθέσιμα και να μειώσουν τον δανεισμό τους, ενισχύοντας έτσι τους ισολογισμούς τους. Τα διαθέσιμα των πέντε μεγάλων πετρελαϊκών αυξήθηκαν κατά λίγο περισσότερο από 17 δισ. δολάρια μέσα σε ένα τρίμηνο.
Ο Γουίλιαμς-Ντέρι υποστήριξε ότι, κυνικά μιλώντας, η οικονομική στρατηγική του κλάδου θα μπορούσε να συνοψιστεί στο «προσευχηθείτε για πόλεμο». Σύμφωνα με τον ίδιο, οι μεγάλες πετρελαϊκές χρειάζονται κατά διαστήματα απότομες αυξήσεις των τιμών — όπως συνέβη με τις κρίσεις στην Ουκρανία και το Ιράν — προκειμένου να ενισχύσουν τα οικονομικά τους μεγέθη.
Όπως εξήγησε, από την οπτική των πετρελαϊκών, οι απότομες αυξήσεις των τιμών λειτουργούν ως οικονομικό αντίβαρο στις παρατεταμένες περιόδους χαμηλών και σταθερών τιμών, οι οποίες πιέζουν τα οικονομικά τους μεγέθη.
Οι διοικήσεις των μεγάλων πετρελαϊκών, πάντως, υποστηρίζουν ότι επικεντρώνονται σε τομείς που μπορούν να ελέγξουν εν μέσω της κρίσης στη Μέση Ανατολή, όπως η επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα, η εμπορία και η βελτιστοποίηση της παραγωγής και της διύλισης.
Η CEO της BP, Μεγκ Ο’Νιλ, δήλωσε στο CNBC ότι η εταιρεία δίνει έμφαση στην αξιοπιστία τόσο των εγκαταστάσεων παραγωγής όσο και των διυλιστηρίων της. Παράλληλα, προσαρμόζει τη λειτουργία των διυλιστηρίων της ώστε να αυξήσει τη διαθεσιμότητα προϊόντων που χρειάζονται περισσότερο οι καταναλωτές, όπως το αεροπορικό καύσιμο και το ντίζελ.
Ο CEO της Shell, Γουάελ Σάουαν, από την πλευρά του, χαρακτήρισε τη μεταβλητότητα «τη νέα κανονικότητα», επισημαίνοντας ότι οι υψηλότερες τιμές των εμπορευμάτων αποτέλεσαν σημαντικό παράγοντα ενίσχυσης των αποτελεσμάτων της εταιρείας.
Τα υπερκέρδη μπορεί να μην έχουν διάρκεια
Σύμφωνα με τον Ρας Μολντ, διευθυντή επενδύσεων της AJ Bell, οι πετρελαϊκές έχουν ήδη δείξει πώς σκοπεύουν να αξιοποιήσουν τα αυξημένα κέρδη και τις ταμειακές τους ροές.
Οι επιλογές τους περιλαμβάνουν εξαγορές και συγχωνεύσεις, επενδύσεις για τη συντήρηση των υποδομών, νέα έργα — είτε στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών είτε στους υδρογονάνθρακες — μείωση χρέους και, τέλος, μερίσματα και επαναγορές μετοχών.
Η βαρύτητα κάθε επιλογής διαφέρει από εταιρεία σε εταιρεία. Η BP, για παράδειγμα, βρίσκεται σε φάση μείωσης του χρέους της, ενώ η Shell έχει ακολουθήσει πιο επιθετική στρατηγική εξαγορών, όπως η συμφωνία ύψους 16,4 δισ. δολαρίων για την καναδική ενεργειακή εταιρεία ARC Resources.
Παράλληλα, οι μεγάλες πετρελαϊκές εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές απέναντι σε νέες επενδύσεις σε κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθώς οι συνολικοί προϋπολογισμοί για κεφαλαιουχικές δαπάνες παραμένουν περιορισμένοι.
Αυτό ενδέχεται να αντανακλά την εκτίμηση ότι η σημερινή έκρηξη κερδών και ταμειακών ροών δεν είναι διατηρήσιμη. Μια μόνιμη ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, ο κίνδυνος νέων φορολογικών επιβαρύνσεων, αλλά και η συνεχιζόμενη πολιτική και κοινωνική πίεση για το περιβάλλον θα μπορούσαν να περιορίσουν τα περιθώρια κερδοφορίας του κλάδου.
API: «Ο φόρος υπερκερδών δεν μειώνει τις τιμές για τους καταναλωτές»
Την ίδια ώρα, πέρα από την κριτική του Τραμπ, αυξάνονται οι πολιτικές πιέσεις προς τις πετρελαϊκές για τα κέρδη που αποκόμισαν εν μέσω πολέμου.
Περιβαλλοντικές οργανώσεις ζητούν από τις κυβερνήσεις να επιβάλουν υψηλότερη φορολογία στις ενεργειακές εταιρείες, ώστε να χρηματοδοτηθούν μεταξύ άλλων υποδομές ανθεκτικές στην κλιματική αλλαγή, όπως έργα προστασίας από πυρκαγιές και πλημμύρες.
Η Πορτογαλία ανακοίνωσε την περασμένη εβδομάδα ότι ενέκρινε έκτακτο φόρο στα υπερκέρδη πετρελαϊκών και εταιρειών διύλισης που θα προκύψουν μέσα στο 2026.
Το American Petroleum Institute (API), που εκπροσωπεί περίπου 600 εταιρείες γεώτρησης, διυλιστήρια και άλλες επιχειρήσεις του κλάδου, αντιτάχθηκε στην επιβολή φόρου υπερκερδών. Υποστήριξε ότι η πετρελαϊκή και ενεργειακή βιομηχανία είναι ένας κλάδος με κυκλικό χαρακτήρα και θα πρέπει να αξιολογείται σε ορίζοντα δεκαετιών και όχι τριμήνων.
Σύμφωνα με το API, εν μέσω μιας από τις σημαντικότερες παγκόσμιες ενεργειακές διαταραχές των τελευταίων δεκαετιών, η αμερικανική βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου διατηρεί υψηλή παραγωγή και επενδύει στην προσφορά, τις υποδομές και την ενεργειακή ανθεκτικότητα της χώρας.
Όσον αφορά τους φόρους υπερκερδών, το API υποστηρίζει ότι δεν μπορούν να μειώσουν τις τιμές για τους καταναλωτές. Αντίθετα, όπως υποστηρίζει, τέτοιοι φόροι αποθαρρύνουν τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις που απαιτούνται για την ενίσχυση της προσφοράς, των υποδομών και της ενεργειακής ασφάλειας.


