Η διαφωνία μεταξύ Κινέζων και Αμερικανών αξιωματούχων στη συνάντηση των υπουργών Οικονομικών της G20 αυτή την εβδομάδα επικεντρώθηκε κυρίως στη διαμάχη για μία και μόνο λέξη, μεταδίδει το Bloomberg επικαλούμενο άτομα που γνωρίζουν τις λεπτομέρειες των συνομιλιών.
Την Τρίτη, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ κατηγόρησε δημόσια τους Κινέζους αξιωματούχους ότι εμπόδισαν την ομάδα της G20 να εκδώσει ένα κοινό ανακοινωθέν μετά τη διήμερη σύνοδο στο Άσβιλ της Βόρειας Καρολίνας. Η αμερικανική πλευρά απέδωσε το αδιέξοδο αυτό σε διαφωνίες σχετικά με τη διατύπωση κειμένων που κάλυπταν ζητήματα από τα κρίσιμα ορυκτά έως την αναδιάρθρωση του χρέους.
Ωστόσο, το πιο κρίσιμο σημείο τριβής ήταν η συμπερίληψη της φράσης “μη οικονομία της αγοράς” (non-market) σε μια πρόταση που αφορούσε τις εμπορικές ανισορροπίες, σύμφωνα με τις πηγές οι οποίες ζήτησαν να τηρηθεί η ανωνυμία τους.
Ο όρος αυτός εκλήφθηκε από τους Κινέζους αξιωματούχους ως μια συγκαλυμμένη επίθεση κατά των κρατικών επιχειρήσεων, οι οποίες αποτελούν θεμελιώδη πυλώνα της οικονομίας της χώρας, ανέφεραν οι ίδιες πηγές.
Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών για τη διατύπωση του κειμένου, η Κίνα πρότεινε μια τροποποιημένη φράση που θα αντιμετώπιζε τις εμπορικές ανισορροπίες χωρίς να στρέφει τα φώτα της δημοσιότητας στις κρατικές επιχειρήσεις της χώρας, σύμφωνα με άτομα που γνωρίζουν το θέμα. Οι Κινέζοι διαπραγματευτές έλαβαν ιδιωτικά στήριξη από ορισμένες χώρες για την πρότασή τους, ωστόσο δεν κατάφεραν να πετύχουν συναίνεση με τις ΗΠΑ, ανέφεραν οι ίδιες πηγές.
Η τελική δήλωση της αμερικανικής προεδρίας περιελάμβανε μια αναφορά σύμφωνα με την οποία οι χώρες θα πρέπει να συμφωνήσουν στην “κατάργηση πολιτικών και πρακτικών που δεν συνάδουν με τους κανόνες της αγοράς και οι οποίες επιτείνουν τις ανισορροπίες”.
Η διαφωνία αυτή αναδεικνύει τις υπόγειες εντάσεις μεταξύ των μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου, λίγες εβδομάδες προτού ο Κινέζος ηγέτης Σι Τζινπίνγκ μεταβεί στην Ουάσιγκτον για μια σημαντική σύνοδο κορυφής με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ.
Ο Μπέσεντ αποτελεί κεντρικό πρόσωπο στη διαμόρφωση της σχέσης της Ουάσιγκτον με το Πεκίνο, καθώς ηγείται των εμπορικών διαπραγματεύσεων και αναμένεται να τεθεί επικεφαλής των διμερών συνομιλιών για την τεχνητή νοημοσύνη τις επόμενες εβδομάδες, όπως σημειώνει το Bloomberg.
“Είναι λυπηρό το γεγονός ότι οι Κινέζοι δεν θέλησαν να συμμετάσχουν”, δήλωσε ο Μπέσεντ στο Fox News σε συνέντευξη που παραχώρησε την Τετάρτη, αναφερόμενος στις αντιρρήσεις του Πεκίνου σχετικά με το κοινό ανακοινωθέν της G20.
Επικεφαλής της κινεζικής αντιπροσωπείας στο Άσβιλ ήταν ο Παν Γκονγκσένγκ, διοικητής της Λαϊκής Τράπεζας της Κίνας και ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών, Λιάο Μιν, ο οποίος συμμετείχε επίσης στη διαπραγματευτική ομάδα του Πεκίνου κατά τη διάρκεια του εμπορικού πολέμου με τις ΗΠΑ.
Η αμερικανική κυβέρνηση ορίζει επισήμως τις πολιτικές και πρακτικές για χώρες “χωρίς οικονομία της αγοράς” ως κρατικές παρεμβάσεις που στρεβλώνουν το παγκόσμιο εμπόριο υπέρ των εγχώριων βιομηχανιών, συμπεριλαμβανομένων ενεργειών από κρατικές ή ελεγχόμενες από το κράτος επιχειρήσεις.
Ο όρος αυτός αποτελεί εδώ και καιρό μέρος της κριτικής των ΗΠΑ για τις εμπορικές πρακτικές της Κίνας.
Σύμφωνα με άτομα που γνωρίζουν το θέμα, η συμπερίληψη της φράσης στο κοινό ανακοινωθέν της G20 θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως έμμεση αναφορά στην Κίνα, χωρίς να κατονομάζεται ρητά η χώρα.
Το υπουργείο Οικονομικών της Κίνας δεν αναφέρθηκε άμεσα στα σχόλια του Αμερικανού ΥΠΟΙΚ σε δήλωση που εξέδωσε την Τετάρτη, ωστόσο τόνισε ότι “όλα τα μέρη οφείλουν να υιοθετήσουν μια σφαιρική, αντικειμενική και ισορροπημένη προσέγγιση στο ζήτημα των παγκόσμιων ανισορροπιών και να επιλύσουν ουσιαστικά τα προβλήματα χρέους των αναπτυσσόμενων χωρών προωθώντας την ανάπτυξη”.
Ο διοικητής της Λαϊκής Τράπεζας της Κίνας (PBOC), δήλωσε εξάλλου την Τετάρτη ότι η άνοδος του προστατευτισμού, η υπερβολική διεύρυνση της έννοιας της εθνικής ασφάλειας και η έλλειψη προβλεψιμότητας στην άσκηση πολιτικής αποτελούν βασικούς παράγοντες που επιτείνουν τις παγκόσμιες ανισορροπίες. Κάλεσε τις χώρες με ελλείμματα να περιορίσουν τα δημοσιονομικά τους κενά και να αυξήσουν τα ποσοστά αποταμίευσης, ενώ παρότρυνε τις χώρες με πλεονάσματα να ενισχύσουν την κατανάλωση και τις επενδύσεις με τον κατάλληλο τρόπο. “Όλες οι χώρες πρέπει να καταρτίσουν μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα σχέδια πολιτικής, να αναλάβουν σαφείς δεσμεύσεις και να τις υλοποιήσουν με αποφασιστικότητα”, δήλωσε.
Διαμάχη για τις επιδοτήσεις
Η πανίσχυρη εξαγωγική μηχανή της Κίνας παραμένει κεντρικό σημείο τριβής στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, σημειώνει το Bloomberg. Η Κίνα κατέγραψε εμπορικό πλεόνασμα-ρεκόρ ύψους 1,2 τρισ. δολ. το 2025 —αύξηση 20% σε σχέση με το προηγούμενο έτος— και ο Μπέσεντ ανέδειξε το ζήτημα αυτό ως κεντρικό θέμα κατά τη διάρκεια της συνάντησης των υπουργών Οικονομικών της G20. Οι ΗΠΑ εμφάνισαν εμπορικό έλλειμμα ύψους περίπου 200 δισ. δολ. στις συναλλαγές τους με την Κίνα το περασμένο έτος, σύμφωνα με στοιχεία του Γραφείου Οικονομικής Ανάλυσης.
Την Τετάρτη, ο Αμερικανός ΥΠΟΙΚ επανέλαβε την κριτική του προς την Κίνα, υποστηρίζοντας ότι οι πολιτικές της καταστέλλουν την εγχώρια ζήτηση και βασίζονται στις εξαγωγές για την επίτευξη ανάπτυξης. Επισημαίνοντας ότι περίπου το 4% του ΑΕΠ της χώρας διοχετεύεται σε “βιομηχανικές επιδοτήσεις”, ο Μπέσεντ κατονόμασε την αυτοκινητοβιομηχανία BYD ως μία από τις εταιρείες που επωφελούνται από αυτές.
“Έχει δει ποτέ κανείς εδώ αυτοκίνητο της BYD;” διερωτήθηκε σε εκδήλωση του Charlotte Economics Club στη Βόρεια Καρολίνα. “Είναι το καλύτερο αυτοκίνητο αξίας 70.000 δολ. που μπορεί να αγοράσει κανείς με 35.000 δολ. – καθώς τυγχάνει μεγάλης κρατικής επιδότησης”.
Η Κίνα έχει απορρίψει τις κατηγορίες των ΗΠΑ και άλλων πλευρών ότι εμφάνισε πλεόνασμα-ρεκόρ μέσω αθέμιτης κρατικής στήριξης προς εγχώριες εταιρείες, με το υπουργείο Εμπορίου να δημοσιεύει τον Ιούλιο έκθεση με τίτλο “Η θέση της Κίνας σχετικά με το ζήτημα της λεγόμενης πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας”. Στο έγγραφο σημειώνεται ότι τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση παρέχουν επιδοτήσεις σε κλάδους όπως τα ηλεκτρικά οχήματα και η τεχνητή νοημοσύνη.
“Η κατηγορία κατά της Κίνας περί ‘αθέμιτου ανταγωνισμού’ και ‘πολιτικών και πρακτικών που δεν συνάδουν με τους κανόνες της αγοράς’ αποτελεί κλασική περίπτωση ‘διπλών μέτρων και σταθμών’ και πραγματικής αδικίας”, επισημαίνεται στο έγγραφο.


