Η σύγκρουση των ΗΠΑ με το Ιράν φαίνεται ότι θα συνεχιστεί, πιθανώς για μήνες, καθώς οι δύο πλευρές δεν καταφέρνουν να ξεπεράσουν το αδιέξοδο σχετικά με το Στενό του Ορμούζ και να καταλήξουν σε μια βιώσιμη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, σύμφωνα με αρκετούς εν ενεργεία και πρώην αξιωματούχους από τις ΗΠΑ, το Ιράν και την Ευρώπη που επικαλείται το Bloomberg.
Οι εκτιμήσεις αυτές έρχονται μετά την κατάρρευση της προσωρινής ειρηνευτικής συμφωνίας του περασμένου μήνα.
Ο ιορδανικός στρατός δήλωσε σήμερα ότι κατέρριψε πέντε ιρανικούς πυραύλους. “Τα συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας εξουδετέρωσαν σήμερα το πρωί πέντε πυραύλους που προέρχονταν από το Ιράν και είχαν στόχο την επικράτεια” της χώρας, ανέφερε σε ανακοίνωση ο εκπρόσωπος του ιορδανικού στρατού, προσθέτοντας πως οι πύραυλοι “αναχαιτίστηκαν και καταρρίφθηκαν”.
Οι Φρουροί της Επανάστασης, η ισχυρή ένοπλη δύναμη της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, ανακοίνωσαν ότι οι αεροδιαστημικές δυνάμεις τους “έθεσαν στο στόχαστρο αεροπορική βάση και το βασικό κέντρο διοίκησης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ιορδανία με πολλούς βαλλιστικούς πυραύλους”.
Οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία επιτέθηκαν σε υποστηριζόμενες από την Τεχεράνη πολιτοφυλακές στο Ιράκ, οι οποίες προσπάθησαν να χτυπήσουν τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις του βασιλείου τις τελευταίες ημέρες. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε στο Fox News ότι το Ιράν θα δεχτεί σκληρό πλήγμα για την επίθεση στην Ιορδανία.
Οι τελευταίες συγκρούσεις σημειώθηκαν λίγες ώρες αφότου ο Τραμπ είχε κάνει λόγο για “καλές πιθανότητες” για αποτέλεσμα στις συνομιλίες με το Ιράν, και υπογραμμίζουν πόσο δύσκολο θα είναι για τον ίδιο να τερματίσει έναν πόλεμο που γίνεται ολοένα και πιο αντιδημοφιλής στους Αμερικανούς.
Το μοτίβο των τελευταίων εβδομάδων, με μικρές συγκρούσεις που ακολουθούνται από μια περίοδο ηρεμίας και στη συνέχεια νέες μάχες, είναι πιθανό να επαναληφθεί, σύμφωνα με τις πηγές, οι οποίες βρίσκονται σε επαφή με υψηλόβαθμα στελέχη των κυβερνήσεων των ΗΠΑ και του Ιράν.
Το Ιράν, αν και έχει υποστεί σοβαρές στρατιωτικές απώλειες, είναι πεπεισμένο ότι μπορεί να αντέξει έναν αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό για πολύ περισσότερο καιρό, δήλωσε ένας Ιρανός αξιωματούχος. Οι Ιρανοί ηγέτες, σύμφωνα με τις πηγές, πιστεύουν ότι ο Τραμπ θα αποφύγει μια σοβαρή κλιμάκωση – με την οποία έχει απειλήσει επανειλημμένα – λόγω της ικανότητας της Τεχεράνης να προκαλέσει ζημιές στα αραβικά κράτη του Κόλπου και επειδή φοβάται να ωθήσει τις τιμές του πετρελαίου και των καυσίμων ακόμη υψηλότερα.
Η άνοδος της τιμής του αργού πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι την περασμένη εβδομάδα ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Τραμπ ανέστειλε τις καθημερινές αεροπορικές επιδρομές εναντίον του Ιράν και επέλεξε να δώσει ξανά “χώρο” στη διπλωματία, ανέφερε μια πηγή.
Σχολιάζοντας, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Άννα Κέλι έκανε λόγο για “εικασίες”. Μόνο ο Τραμπ “γνωρίζει τι θα κάνει στη συνέχεια”, είπε, σε απάντηση στο Bloomberg.
Το Ιράν, σύμφωνα πάντα με τις πηγές, γνωρίζει πλήρως ότι η ικανότητα του Τραμπ να εντείνει την εκστρατεία του παρεμποδίζεται από την εξάντληση των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου και των αμερικανικών όπλων από την έναρξη του πολέμου. Το Στρατηγικό Απόθεμα Πετρελαίου των ΗΠΑ βρίσκεται πλέον στο χαμηλότερο επίπεδό του από τη δεκαετία του 1980. Παράλληλα, σημαντική ποσότητα προηγμένου αμερικανικού οπλισμού, συμπεριλαμβανομένων πυραύλων αεράμυνας, έχουν χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Παρόλα αυτά, πρόσθεσαν οι πηγές, ο Τραμπ δεν είναι πιθανό να υποχωρήσει έως ότου το Ιράν κάνει πίσω στο θέμα του Ορμούζ. Η Ισλαμική Δημοκρατία συνεχίζει να διεκδικεί το δικαίωμα να διαχειρίζεται την κυκλοφορία μέσω του στρατηγικού περάσματος και να επιβάλλει τέλη στα δεξαμενόπλοια και σε άλλα σκάφη.
Το Ιράν θεωρεί τον έλεγχο του στενού, μέσω του οποίου διακινείται υπό κανονικές συνθήκες το ένα πέμπτο των προμηθειών πετρελαίου και LNG, ως μέσο πίεσης έναντι των ΗΠΑ και ως κλειδί για την εθνική του ασφάλεια.
Το Ομάν προσπαθεί να διαπραγματευτεί μια βραχυπρόθεσμη συμφωνία με το Ιράν, ώστε να επιτρέψει τη διέλευση περισσότερων πλοίων από τη θαλάσσια οδό και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να καταστήσει δυνατή την επανέναρξη των επίσημων ειρηνευτικών συνομιλιών μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσινγκτον, σύμφωνα με το Bloomberg.
Ωστόσο, οι συζητήσεις αυτές έχουν σταματήσει, καθώς το Ιράν επιμένει να έχει τον αποκλειστικό έλεγχο των πλοίων που εισέρχονται στον Περσικό Κόλπο, όπως ανέφεραν τα ιρανικά μέσα ενημέρωσης την Τρίτη.
“Η επιστροφή στη μακροπρόθεσμη σταθερότητα δεν θα επέλθει σύντομα“, αναφέρουν οι αναλύτριες του Bloomberg Economics, Ντίνα Εσφαντιάρι και Μπέκα Βάσερ. “Οι ΗΠΑ συνεχίζουν να προσπαθούν να αναγκάσουν το Ιράν σε υποχώρηση, ενώ η Τεχεράνη αποδεικνύει ότι είναι πρόθυμη και ικανή να ανταποκριθεί στην κλιμάκωση της έντασης από την πλευρά των ΗΠΑ”.
Το πιθανότερο σενάριο είναι οι συγκρούσεις να συνεχιστούν αλλά με σχετικά χαμηλή ένταση, με τα κράτη του Κόλπου και χώρες όπως το Πακιστάν να προσπαθούν να κατευνάσουν την κατάσταση, ανέφεραν οι πηγές. Καμία από τις δύο πλευρές, όπως είπαν, δεν επιθυμεί την επανάληψη ενός ολοκληρωτικού πολέμου.
Μια από τις πηγές με μεγάλη εμπειρία στην αντιμετώπιση συγκρούσεων κατά τη διάρκεια της καριέρας του ως διπλωμάτης, ανέφερε ότι το Ιράν και οι ΗΠΑ βρίσκονται σε συνεχή διάλογο, έστω και έμμεσα μέσω μεσολαβητών. Αυτό είναι πιθανό να οδηγήσει τελικά σε μια διπλωματική συμφωνία, ακόμη και αν οι συγκρούσεις συνεχιστούν σε κάποιο επίπεδο, πρόσθεσε.
Οι συνομιλίες αυτές, συμπεριλαμβανομένων εκείνων μεταξύ του Ομάν και του Ιράν, προχωρούν, σύμφωνα με πρόσωπο που έχει γνώση της κατάστασης.
Ο Τραμπ δέχεται πιέσεις από Αμερικανούς πολιτικούς να τερματίσει τη σύγκρουση, με πολλούς Ρεπουμπλικάνους να επιθυμούν αυτό να συμβεί πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. “Πρέπει να το τελειώσουμε”, δήλωσε πριν από περίπου μία εβδομάδα ο πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Μάικ Τζόνσον, σύμμαχος του Τραμπ.
Ακόμη και αν οι αντιμαχόμενες πλευρές ξαναρχίσουν τις διαπραγματεύσεις, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι θα καταφέρουν να επιλύσουν τα ευρύτερα ζητήματα που σχετίζονται με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Η ενδιάμεση συμφωνία του Ιουνίου, που ονομάστηκε μνημόνιο κατανόησης, είχε ως στόχο να οδηγήσει σε 60 ημέρες διαπραγματεύσεων, κατά τις οποίες η Τεχεράνη θα συμφωνούσε σε αυστηρούς περιορισμούς όσον αφορά τον εμπλουτισμό ουρανίου και τις υπόλοιπες πυρηνικές της δραστηριότητες. Η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη δεν έχουν σημειώσει σχεδόν καμία πρόοδο σε αυτό το θέμα μέχρι στιγμής.
Διαβάστε ακόμη:


