Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ξαφνικά διαφωνεί με κορυφαία στελέχη του κλάδου της τεχνητής νοημοσύνης σχετικά με την ουσιαστικά ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της τεχνολογίας AI. Σύμφωνα με ανάλυση του CNN, αυτό ίσως οφείλεται στο γεγονός ότι η οικονομία των ΗΠΑ δεν μπορεί να αντέξει μια επιβράδυνση.
Μπορεί να φαίνεται πολιτικά “απερίσκεπτο”, λιγότερο από δύο μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, να υιοθετεί κανείς με τόση σφοδρότητα μια θέση που δεν συμφωνεί με την πλειοψηφία των Αμερικανών, οι οποίοι αντιτίθενται συντριπτικά στην κατασκευή data centers κοντά στα σπίτια τους και παραμένουν επιφυλακτικοί ως προς τις εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης. Ωστόσο, η προσέγγιση του Τραμπ, που μοιάζει να “πατάει τέρμα το γκάζι”, υποδηλώνει ότι ίσως τον απασχολεί περισσότερο ένα μεγαλύτερο ερώτημα: Τι θα συμβεί στην αμερικανική οικονομία αν η φρενίτιδα της τεχνητής νοημοσύνης σβήσει κατά τη διάρκεια της θητείας του;
Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αναλύσουμε το πόσο εξαρτημένη έχει γίνει η αμερικανική οικονομία από τις δαπάνες για την τεχνητή νοημοσύνη (και τους συναφείς τομείς). Η ING εκτιμά ότι οι επενδύσεις στον τομέα της τεχνολογίας, στις οποίες κυριαρχούν η ΑΙ και τα κέντρα δεδομένων, θα αντιπροσωπεύουν το ένα τρίτο της ετήσιας οικονομικής ανάπτυξης το 2026. Ο επικεφαλής στρατηγικός αναλυτής μετοχών της Goldman Sachs δήλωσε πρόσφατα στο CNBC ότι οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη αποτελούν την κινητήρια δύναμη για το 50% της συνολικής αύξησης των κερδών στον δείκτη S&P 500.
Οι οικονομολόγοι σπεύδουν να διευκρινίσουν ότι δεν είναι όλα “άσπρο ή μαύρο” σε αυτούς τους υπολογισμούς. Οι “ταύροι” της ΑΙ πιστεύουν ότι η ΑΙ είναι η τεχνολογία που θα καθορίσει την εποχή μας, και πως οι αστρονομικές αποτιμήσεις που δημιουργεί αποτελούν μόνο ένα από τα πολλά οφέλη της. Οποιαδήποτε επιβράδυνση κινδυνεύει να ανατρέψει αυτές τις αποτιμήσεις, γεγονός που με τη σειρά του θα έπληττε τον πλούτο των νοικοκυριών και θα περιόριζε τις εταιρικές επενδύσεις. Και όχι μόνο αυτό, αλλά τα κέρδη παραγωγικότητας που φέρνει, προσδίδουν σταθερότητα στην αμερικανική οικονομία.
Ένα πράγμα όμως είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί: χωρίς αυτόν τον ενθουσιασμό για την τεχνητή νοημοσύνη, η οικονομία θα βρισκόταν σε πολύ πιο αδύναμη θέση – πιθανώς ακόμη και σε ύφεση.
“Αν η μουσική σταματήσει, και αν σταματήσει με πολύ, πολύ δραματικό τρόπο, είναι πιθανό να καταλήξουμε σε στασιμότητα ή σε πλήρη συρρίκνωση για μια περίοδο τουλάχιστον ενός έτους”, δήλωσε στο CNN ο Όλου Σονόλα της Fitch Ratings.
Το κερασάκι στην τούρτα, σύμφωνα με τον Σονόλα, είναι το λεγόμενο “φαινόμενο του πλούτου”. Οι επενδυτές με χαρτοφυλάκια μετοχών που έχουν έκθεση στην τεχνητή νοημοσύνη αισθάνονται οικονομικά άνετοι και ξοδεύουν απλόχερα, συμβάλλοντας περαιτέρω στη στήριξη της αμερικανικής οικονομίας που επικεντρώνεται στην κατανάλωση.
Ανεξάρτητα από τις προσωπικές πεποιθήσεις του καθενός για την τεχνολογία, τα κεφάλαια που επενδύονται σε αυτήν κρατούν τη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη σε εγρήγορση. Αν αυτό το “money train” σταματήσει, οι επιπτώσεις δεν θα περιοριστούν στους επενδυτές τεχνολογίας της Wall Street.
Την περασμένη εβδομάδα, ο οίκος αξιολόγησης Fitch “έτρεξε” ένα σενάριο στο οποίο προσομοίωνε τις οικονομικές επιπτώσεις μιας ύφεσης που θα οφειλόταν στην τεχνητή νοημοσύνη, με τις τιμές των μετοχών στις ΗΠΑ να σημειώνουν πτώση περίπου 35% σε διάστημα έξι μηνών – ποσοστό που αντιστοιχεί περίπου στη μέση πτώση που παρατηρήθηκε σε προηγούμενες χρηματοπιστωτικές κρίσεις. Το αποτέλεσμα έδειξε ότι η οικονομία θα εισερχόταν σε ύφεση, με το ΑΕΠ να συρρικνώνεται κατά 1,5% το επόμενο έτος
Φυσικά, δεν υπάρχει καμία εγγύηση –ούτε καν συγκεκριμένη ένδειξη– ότι η “μουσική” θα σταματήσει σύντομα, με την Fitch να διευκρινίζει ότι “μια απότομη πτώση στις τιμές των αμερικανικών μετοχών δεν αποτελεί το βασικό μας σενάριο”.
Παρ’ όλα αυτά, πολλοί επενδυτές και ακαδημαϊκοί βλέπουν ένα βαθιά διασυνδεδεμένο σύστημα το οποίο είναι ευάλωτο σε μικρότερους κλυδωνισμούς.
“Έχουμε αυτό το οικοσύστημα που έχει στηθεί γύρω από την AI”, σημείωσε ο Τζον Σεντούνοφ, καθηγητής χρηματοοικονομικών στο Πανεπιστήμιο Villanova. “Υπάρχουν πολλές εταιρείες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό η μία από την άλλη. Και όταν σπάσει ένας κρίκος σε μια τέτοια αλυσίδα, τότε είναι βέβαιο ότι θα υπάρξουν παράπλευρες απώλειες”.
Ο οικονομικός αυτός κίνδυνος θα μπορούσε να εμφανιστεί σε μια περίοδο που τα προειδοποιητικά “καμπανάκια” ήδη ηχούν. Οι αγορές ομολόγων εκπέμπουν σήματα αυξανόμενης ανησυχίας για το ομοσπονδιακό χρέος, τις ελλειμματικές δαπάνες και τον υψηλό πληθωρισμό, τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε έναν νέο κύκλο υψηλότερων επιτοκίων – μια κατάσταση που επιβαρύνεται από τον πόλεμο στο Ιράν και τη μαζική στροφή των επενδυτών στο εταιρικό χρέος προκειμένου να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη της ΑΙ.
“Ο κίνδυνος μιας φούσκας στις τιμές των μετοχών είναι σίγουρα μεγάλος” για την παγκόσμια οικονομία, υπογράμμισε ο Σονόλα. “Είδαμε τους δασμούς, είδαμε τον πόλεμο. Κάτι ακόμα πρόκειται να έρθει. Ίσως απλώς να μην το γνωρίζουμε ακόμα”.
Παρόλα αυτά, υπάρχουν ακόμη αισιόδοξοι που επισημαίνουν ότι οι προοπτικές ανόδου παραμένουν μεγάλες.
“Αυτό που βλέπουμε είναι πολύ ασυνήθιστο, και γι’ αυτό είναι λογικό ο κόσμος να ανησυχεί”, δήλωσε η Τζέσικα Γουόκτερ, καθηγήτρια χρηματοοικονομικών στο Wharton School του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια.
Ωστόσο, η ίδια δεν βλέπει τη φρενίτιδα της ΑΙ να μετατρέπεται σε ένα καθοδικό σπιράλ ανάλογο με εκείνο του 2008.
“Προσωπικά πιστεύω ότι [η ΑΙ] θα λειτουργήσει εν μέρει ως σταθεροποιητική δύναμη… προωθώντας γενικά την καθαρή δημιουργία θέσεων εργασίας και την ανάπτυξη. Είμαι βέβαια, όπως καταλαβαίνετε, αισιόδοξη. Γνωρίζω ότι άλλοι έχουν διαφορετικές απόψεις”.


