Οι μεγάλες ελληνικές τράπεζες (Alpha Bank A.E., Eurobank A.E., Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος A.E. και Τράπεζα Πειραιώς A.E.) κατέγραψαν ισχυρά αποτελέσματα για τη χρήση 2025, εισερχόμενες στο 2026 με σημαντικά αποθέματα ασφαλείας που συμβάλλουν στην εξισορρόπηση της αυξημένης γεωπολιτικής και μακροοικονομικής αβεβαιότητας.
“Οι μεγάλες ελληνικές τράπεζες παρουσίασαν ισχυρά αποτελέσματα για τη χρήση 2025, εισερχόμενες στο 2026 με σημαντικά αποθέματα ασφαλείας που συμβάλλουν στην εξισορρόπηση της αυξημένης γεωπολιτικής και μακροοικονομικής αβεβαιότητας”, δήλωσε ο Andrea Costanzo, Αντιπρόεδρος Αξιολογήσεων Ευρωπαϊκών Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων της DBRS. “Οι γεωπολιτικές και εμπορικές εντάσεις παραμένουν αυξημένες και πιθανή κλιμάκωσή τους θα μπορούσε, μεταξύ άλλων, να επηρεάσει αρνητικά τομείς στους οποίους οι ελληνικές τράπεζες έχουν σημαντική έκθεση, κυρίως τη ναυτιλία και τον τουρισμό.”
Σύμφωνα με την έκθεση, ο κλάδος διατήρησε υγιή απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROE) στο 12% το 2025, έναντι 13% το 2024, καθώς οι κεφαλαιακές βάσεις ενισχύθηκαν λόγω εξαγορών.
Το κόστος κινδύνου και οι δείκτες ποιότητας ενεργητικού βελτιώθηκαν το 2025, αν και οι εξωτερικοί κίνδυνοι ενδέχεται να ασκήσουν πιέσεις στους δείκτες κινδύνου το 2026.
Η χρηματοδότηση και η ρευστότητα παραμένουν σε υγιή επίπεδα, ενώ τα κεφαλαιακά αποθέματα είναι ισχυρά, αν και αναμένεται να μειωθούν το 2026.
Αναλυτικά:
Όπως αναφέρει η DBRS, oι μεγάλες ελληνικές τράπεζες ανακοίνωσαν συνολικά καθαρά κέρδη 4,5 δισ. ευρώ για τη χρήση 2025, αυξημένα κατά 5% σε ετήσια βάση. Τα αυξημένα έσοδα από προμήθειες και ορισμένα θετικά έκτακτα στοιχεία αντιστάθμισαν την πίεση από τη συμπίεση των καθαρών εσόδων από τόκους (NII) και την άνοδο του λειτουργικού κόστους. Η κερδοφορία παρέμεινε ανθεκτική, με τη μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROE) να διαμορφώνεται σε ένα υγιές 12% το 2025, αν και μειωμένη από 13% το 2024, κυρίως λόγω της αυξημένης κεφαλαιακής βάσης μετά από πρόσφατες εξαγορές. Κοιτάζοντας μπροστά, η συνεχιζόμενη πιστωτική επέκταση, εφόσον διατηρηθεί, και η περαιτέρω πρόοδος στη διαφοροποίηση των εσόδων προς τις προμήθειες αναμένεται να συμβάλουν στον μετριασμό της συνεχιζόμενης πίεσης στα λειτουργικά έξοδα και της ενδεχόμενης αύξησης του κόστους πιστωτικού κινδύνου το 2026.
Το κόστος κινδύνου (COR) και οι δείκτες ποιότητας ενεργητικού βελτιώθηκαν περαιτέρω το 2025, υποστηριζόμενοι από την ισχυρή πιστωτική επέκταση. Ωστόσο, οι δείκτες κινδύνου ενδέχεται να δεχθούν πιέσεις το 2026. Οι γεωπολιτικές και εμπορικές εντάσεις παραμένουν αυξημένες, ενώ εξακολουθεί να υπάρχει αβεβαιότητα σχετικά με τις επιπτώσεις της αναθεώρησης από το Ανώτατο Δικαστήριο της μεθοδολογίας υπολογισμού επιτοκίων για τιτλοποιήσεις στο πλαίσιο του Νόμου Κατσέλη. Πιθανή κλιμάκωση των εξωτερικών κινδύνων θα μπορούσε, μεταξύ άλλων, να επηρεάσει αρνητικά τομείς στους οποίους οι ελληνικές τράπεζες έχουν σημαντική έκθεση, κυρίως τη ναυτιλία και τον τουρισμό.
Τα προφίλ χρηματοδότησης και ρευστότητας παραμένουν καλά υποστηριζόμενα από την ισχυρή καταθετική βάση και τη βελτιωμένη πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές. Η κεφαλαιοποίηση του κλάδου είναι ισχυρή, ακόμη και λαμβάνοντας υπόψη την οργανική ανάπτυξη, τις εξαγορές, την αυξημένη ανταμοιβή των μετόχων και τις κανονιστικές πιέσεις. Ωστόσο, τα κεφαλαιακά αποθέματα ενδέχεται να αρχίσουν να μειώνονται το 2026, καθώς οι τράπεζες προχωρούν σε αύξηση των αποδόσεων προς τους μετόχους ή σε επιπλέον εξαγορές για ενίσχυση του μεγέθους και της διαφοροποίησης.
Το 2025, τα συνολικά έσοδα μειώθηκαν κατά 1% σε ετήσια βάση, καθώς η αύξηση των καθαρών εσόδων από προμήθειες και λοιπών μη τοκοφόρων εσόδων αντιστάθμισε μόνο εν μέρει τη μείωση των καθαρών εσόδων από τόκους. Τα βασικά έσοδα (NII και καθαρές προμήθειες) υποχώρησαν κατά 1% σε ετήσια βάση το 2025.
Τα συνολικά καθαρά έσοδα από τόκους μειώθηκαν κατά 5% σε ετήσια βάση λόγω χαμηλότερων επιτοκίων. Η ισχυρή πιστωτική ανάπτυξη, τα οφέλη από την αντιστάθμιση επιτοκιακού κινδύνου και τα υψηλότερα έσοδα από τίτλους σταθερού εισοδήματος, καθώς και η αποτελεσματική διαχείριση υποχρεώσεων, περιόρισαν εν μέρει τις πιέσεις. Σημειώνεται ωστόσο ότι τα συνολικά NII αυξήθηκαν το τέταρτο τρίμηνο του 2025 σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, χάρη στη σταθεροποίηση των επιτοκίων και τη συνεχιζόμενη πιστωτική επέκταση. Υπάρχει δυνητική θετική προοπτική για τα NII το 2026, εφόσον η πιστωτική ανάπτυξη συνεχιστεί και τα επιτόκια παραμείνουν σε γενικές γραμμές σταθερά.
Οι καθαρές προμήθειες αυξήθηκαν κατά 12% σε ετήσια βάση το 2025, αντανακλώντας οργανική και ανόργανη ανάπτυξη σε προμήθειες που σχετίζονται με χορηγήσεις, διαχείριση περιουσιακών στοιχείων και τραπεζοασφαλιστικές δραστηριότητες, υπερκαλύπτοντας τις πιέσεις στις υπηρεσίες συναλλαγών και πληρωμών λόγω της κυβερνητικής απόφασης για μείωση ορισμένων προμηθειών λιανικής από το 2025. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν εντείνει τις πρωτοβουλίες ενίσχυσης των εσόδων από προμήθειες σε περιβάλλον χαμηλότερων επιτοκίων. Παρότι εξακολουθούν να υστερούν έναντι των ευρωπαϊκών ομοτίμων, η μέση συνεισφορά των καθαρών προμηθειών στα συνολικά έσοδα αυξήθηκε περίπου στο 21% το 2025 από 19% το 2024.
Το λειτουργικό κόστος αυξήθηκε κατά 7% σε ετήσια βάση το 2025, κυρίως λόγω διεύρυνσης του ομίλου από εξαγορές, υψηλότερων αμοιβών προσωπικού και αυξημένων επενδύσεων σε τεχνολογία και ψηφιακά συστήματα. Ωστόσο, ο μέσος δείκτης κόστους προς έσοδα παρέμεινε ισχυρός στο 36%. Τα συνολικά κέρδη προ προβλέψεων και φόρων μειώθηκαν κατά 4% σε ετήσια βάση, αλλά τα αποθέματα για την απορρόφηση πιστωτικών ζημιών παραμένουν σημαντικά.
Το 2025, οι προβλέψεις για ζημίες από δάνεια μειώθηκαν κατά 3% σε ετήσια βάση, αντανακλώντας προηγούμενες ενέργειες απομείωσης κινδύνου και ευνοϊκές τάσεις στην ποιότητα ενεργητικού. Το μέσο κόστος κινδύνου διαμορφώθηκε στις 60 μονάδες βάσης, χαμηλότερα από προηγούμενα έτη, κυρίως λόγω της συνεχιζόμενης πιστωτικής επέκτασης.
Ορισμένες τράπεζες σχημάτισαν προβλέψεις για αυξημένους κινδύνους σε στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο, σε συνέχεια κυβερνητικού σχεδίου ελάφρυνσης δανειοληπτών που επιβαρύνθηκαν από την ανατίμηση του φράγκου έναντι του ευρώ. Παρά το γεγονός ότι το κόστος κινδύνου παραμένει υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η συνεχιζόμενη πιστωτική ανάπτυξη θα μπορούσε να απορροφήσει πιθανή αύξηση προβλέψεων λόγω γεωπολιτικών και εμπορικών εντάσεων και της καθυστερημένης επίδρασης των υψηλότερων επιτοκίων σε πιο ευάλωτους δανειολήπτες.
Οι ελληνικές τιτλοποιήσεις ενδέχεται να αντιμετωπίσουν πιέσεις μετά την αναθεώρηση από το Ανώτατο Δικαστήριο των παραδοχών υπολογισμού επιτοκίων στο πλαίσιο του Νόμου Κατσέλη, κάτι που πιθανόν να μειώσει τις αναμενόμενες ανακτήσεις. Παρότι η απόφαση ελαφρύνει τους επιλέξιμους δανειολήπτες, μπορεί να μειώσει την αποτίμηση σχετικών χαρτοφυλακίων. Οι τράπεζες ενδέχεται να χρειαστεί να ενισχύσουν τις προβλέψεις σε ομόλογα ανώτερης διαβάθμισης που διακρατούν και να λάβουν υπόψη ενδεχόμενη αυξημένη ενεργοποίηση κρατικών εγγυήσεων, αν και ο συνολικός αντίκτυπος παραμένει αβέβαιος.
Παρά τους κινδύνους, εκτιμάται ότι οι ελληνικές τράπεζες μπορούν σε γενικές γραμμές να απορροφήσουν πρόσθετες πιστωτικές ζημίες, χάρη στα βελτιωμένα κέρδη και κεφαλαιακά αποθέματα και στη συνεχιζόμενη απομείωση κινδύνου των τελευταίων ετών.
Ισχυρή καταθετική βάση
Οι ελληνικές τράπεζες χρηματοδοτούνται κυρίως μέσω καταθέσεων, οι οποίες αντιπροσώπευαν περίπου το 87% της συνολικής χρηματοδότησης στο τέλος του 2025, κυρίως από ευρεία και σχετικά σταθερή πελατειακή βάση λιανικής. Οι καταθέσεις αυξήθηκαν περαιτέρω το 2025, ενώ οι προθεσμιακές καταθέσεις μειώθηκαν ως ποσοστό του συνόλου.
Η εξάρτηση από χρηματοδότηση κεντρικής τράπεζας παραμένει χαμηλή μετά την αποπληρωμή των στοχευμένων πράξεων μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης προς την ΕΚΤ το 2024. Παράλληλα, αυξήθηκαν οι εκδόσεις χρέους στη χονδρική αγορά, διατηρώντας επαρκή αποθέματα πάνω από τις ελάχιστες κανονιστικές απαιτήσεις.
Η ρευστότητα του κλάδου παραμένει ισχυρή, με μέσο δείκτη κάλυψης ρευστότητας 202%, καθαρό δείκτη σταθερής χρηματοδότησης περίπου 136% και δείκτη δανείων προς καταθέσεις 69% στο τέλος του 2025.
Ισχυρή Κεφαλαιοποίηση
Η κεφαλαιοποίηση των μεγάλων ελληνικών τραπεζών παραμένει ισχυρή, αντανακλώντας τη δυναμική κερδοφορία και τις ενέργειες διαχείρισης κεφαλαίου, παρά την πιστωτική επέκταση, τις εξαγορές, τις αυξημένες διανομές προς μετόχους και τις κανονιστικές επιπτώσεις. Στο τέλος του 2025, ο μέσος δείκτης CET1 διαμορφώθηκε στο 15,5% και ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου στο 20,1%, παρέχοντας σημαντικό περιθώριο άνω των ελάχιστων απαιτήσεων.
Ωστόσο, τα κεφαλαιακά αποθέματα ενδέχεται να μειωθούν το 2026, καθώς οι τράπεζες αυξάνουν τις διανομές προς μετόχους ή προχωρούν σε περαιτέρω εξαγορές. Για τα κέρδη του 2025, σχεδιάζεται διανομή περίπου 2,5 δισ. ευρώ, αυξημένη κατά 31% σε ετήσια βάση, με μέσο συνολικό ποσοστό διανομής περίπου 56%.
Η ποιότητα των κεφαλαίων βελτιώθηκε περαιτέρω, με τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTC) να αντιστοιχούν περίπου στο 42% των κεφαλαίων CET1 στο τέλος του 2025, μειωμένες από 49% το 2024.


