Τα επόμενα μεγάλα επενδυτικά success stories της ελληνικής οικονομίας μπορεί να μη βρίσκονται εκεί όπου πέφτουν σήμερα τα περισσότερα φώτα. Τουρισμός, ενέργεια, τρόφιμα, ακίνητα και υποδομές εξακολουθούν να τραβούν δισεκατομμύρια και να πρωταγωνιστούν στα deals.
Πίσω τους, ωστόσο, αναδύεται μια νέα γενιά «χρυσοφόρων» δραστηριοτήτων που αρχίζει να μαγνητίζει το έξυπνο χρήμα. Τεχνολογία και τεχνητή νοημοσύνη, κυβερνοασφάλεια, data centers, logistics, facility management, βιοτεχνολογία και αναγεννητική ιατρική, εξειδικευμένες υπηρεσίες υγείας, αμυντική βιομηχανία, αεροναυπηγική, αλλά και διαχείριση κεφαλαίων.
Κλάδοι που μέχρι χθες βρίσκονταν στην αθέατη πλευρά της ελληνικής επιχειρηματικότητας μπαίνουν πλέον στα ραντάρ επενδυτών και funds που αναζητούν το επόμενο «Ελντοράντο» για υψηλές αποδόσεις. Καλά πληροφορημένες πηγές αναφέρουν πως το επενδυτικό σαφάρι αλλάζει επίπεδο, ξεκαθαρίζοντας ότι τα κεφάλαια δεν εγκαταλείπουν τους παραδοσιακούς πρωταγωνιστές. Αρχίζουν όμως να ψάχνουν πιο στοχευμένα: μικρότερες αγορές, εξειδικευμένες υπηρεσίες, τεχνογνωσία και επιχειρήσεις με δυνατότητα να μεγαλώσουν γρήγορα ή να αποτελέσουν τη βάση για μεγαλύτερα επιχειρηματικά σχήματα. «Αυτή είναι η πιο ενδιαφέρουσα αλλαγή μετά την πολυετή επενδυτική ανομβρία της χώρας. Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πόσα κεφάλαια έρχονται στην Ελλάδα. Είναι πού ποντάρει τώρα το έξυπνο χρήμα» σημειώνει μιλώντας στο «Βήμα» άνθρωπος που συνεργάζεται.
Από ανομβρία… φρενίτιδα
Η αλλαγή αποκτά μεγαλύτερη σημασία με δεδομένη την αφετηρία της χώρας. Στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης από την Ελλάδα έφευγαν κεφάλαια και άνθρωποι, παρά έρχονταν νέα κεφάλαια. Ηταν η περίοδος κατά την οποία η επενδυτική δραστηριότητα πάγωσε και χιλιάδες εξειδικευμένα στελέχη πήραν τον δρόμο προς το εξωτερικό. Η πολυετής ύφεση επιτάχυνε το brain drain και μαζί του χάθηκε ένα σημαντικό κομμάτι ανθρώπινου κεφαλαίου. Η εικόνα άρχισε σταδιακά να αντιστρέφεται από το 2018 και έπειτα.

Οι ξένες επενδύσεις ξεκίνησαν να ξανακάνουν την εμφάνισή τους, τα deals πολλαπλασιάστηκαν και η ελληνική αγορά ξαναμπήκε στα ραντάρ, και έτσι από τα μόλις 1,27 δισ. δολάρια ξένων επενδύσεων του 2015 η χώρα έφθασε σε ιστορικό υψηλό το 2025. Η πιο ουσιαστική αλλαγή είναι πως το ενδιαφέρον δεν προέρχεται μόνο από κεφάλαια που αναζητούν ένα ξενοδοχείο, ένα ακίνητο ή ένα ενεργειακό asset. Η αναζήτηση πλέον επεκτείνεται και σε άλλους τομείς, οι οποίοι δεν βρίσκονται στο επίκεντρο της δημοσιότητας, ωστόσο κρύβουν τεράστιες ευκαιρίες.
Το ευρύτερο σχέδιο
Η τεχνολογία βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτής της νέας αναζήτησης. Η συμφωνία της ΔΕΗ με την Amazon Web Services για την ανάπτυξη μεγάλου data center στον Αγιο Δημήτριο της Δυτικής Μακεδονίας είναι ενδεικτική. Η ΔΕΗ βάζει την έκταση, τα κτίρια και την ενεργειακή υποδομή και η AWS τον τεχνολογικό εξοπλισμό και τη λειτουργία του. Δεν είναι μόνο ένα ακόμη data center. Αλλά πρόκειται για ένα ευρύτερο σχέδιο, που ενδέχεται να φθάσει ακόμη και τα 8 δισ. ευρώ, αναβαθμίζοντας την Ελλάδα στον ευρωπαϊκό – και όχι μόνο – ψηφιακό χάρτη.
Δίπλα της βρίσκονται η τεχνητή νοημοσύνη και η κυβερνοασφάλεια, η βιοτεχνολογία, η αναγεννητική ιατρική και άλλες εξειδικευμένες υπηρεσίες υγείας και ακολουθούν από κοντά τα logistics και η αποθήκευση, τα οποία αποκτούν διαφορετικό βάρος όσο η Ελλάδα επιχειρεί να αξιοποιήσει τη γεωγραφική της θέση. Ακόμη και δραστηριότητες όπως το facility management, οι οποίες για χρόνια βρίσκονταν μακριά από τα φώτα, αρχίζουν να αποκτούν επενδυτική αξία λόγω της δυνατότητας συγκέντρωσης μιας κατακερματισμένης αγοράς και δημιουργίας μεγαλύτερων σχημάτων.
Στον ίδιο νέο χάρτη μπαίνουν η αμυντική βιομηχανία και η αεροναυπηγική. Πρόκειται για κλάδους που μέχρι πρόσφατα δύσκολα θα τοποθετούνταν στην πρώτη γραμμή μιας συζήτησης για ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα.
Η διαχείριση κεφαλαίων
Στα κομμάτια του παζλ έρχεται να προστεθεί μια νέα διάσταση, την οποία δύσκολα μπορούσε κανείς να φανταστεί πριν από μόλις δέκα χρόνια. Αυτή δεν είναι άλλη από τη διαχείριση κεφαλαίων.
Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν η μεταφορά της φορολογικής κατοικίας του fund manager Chris Rokos, ο οποίος διαχειρίζεται κεφάλαια 22 δισ. στην Αθήνα, αλλά και η απόφαση της Millennium Management να ανοίξει γραφείο στην ελληνική πρωτεύουσα και να εγκαταστήσει εδώ αρχικά περίπου 40 εργαζομένους και στελέχη.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η αντίστροφη διαδρομή των στελεχών. Σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα του Bloomberg, στην Alpha Bank περίπου 120 άνθρωποι έχουν επιστρέψει από το εξωτερικό. Τους αποκαλούν ανεπίσημα «Ιθακήσιους». Ενδεικτική είναι η περίπτωση του επικεφαλής διαχείρισης κινδύνων Κωνσταντίνου Σαραφόπουλου, που επέστρεψε το 2021, ύστερα από περισσότερα από 20 χρόνια στη Βρετανία και 17 χρόνια στην JPMorgan.
Η κυβέρνηση επιχειρεί τώρα να μετατρέψει μεμονωμένες κινήσεις σε τάση. Το στοίχημα δεν είναι να μεταφέρουν απλώς εύποροι fund managers τη φορολογική κατοικία τους στην Ελλάδα, αλλά να εγκατασταθεί πραγματική δραστηριότητα: γραφεία, ομάδες επενδύσεων, εξειδικευμένα στελέχη και κεφάλαια. Στο πλαίσιο αυτό, έρχεται τώρα να κουμπώσει η προσπάθεια του υπουργείου Ανάπτυξης να ανοίξει περισσότερο την πόρτα στις Αμεσες Ξένες Επενδύσεις μέσα από νέο νόμο για τις επενδύσεις.
Σαφές μήνυμα
Το νέο καθεστώς δεν επιλέγει τυχαία τους κλάδους στους οποίους στρέφεται. Μεταποίηση, έρευνα, εφαρμοσμένη καινοτομία, τεχνητή νοημοσύνη, βιοτεχνολογία, αμυντική βιομηχανία, αεροναυπηγική, logistics, βιομηχανοποιημένη πρωτογενής παραγωγή και εξειδικευμένες δομές υγείας βρίσκονται στον πυρήνα του. Το μήνυμα είναι σαφές: η χώρα επιχειρεί να περάσει από την απλή προσέλκυση κεφαλαίων στην επιλογή επενδύσεων που μπορούν να αφήσουν μεγαλύτερο παραγωγικό αποτύπωμα. Το δέλεαρ δεν θα είναι μόνο φορολογικό. Προβλέπονται φορολογικές απαλλαγές, αδειοδοτήσεις εντός δύο μηνών για πλήρεις φακέλους, χρηματοδοτικές δυνατότητες μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας για μικρομεσαίες επιχειρήσεις και διευκολύνσεις για άδειες διαμονής επενδυτών και εξειδικευμένου προσωπικού από τρίτες χώρες. Η αξιολόγηση προβλέπεται να ολοκληρώνεται μέσα σε 90 ημέρες, ενώ οι διαδικασίες οδηγούνται σε πλήρη ψηφιοποίηση.
Οπως λένε παράγοντες της αγοράς, «η κυβέρνηση επιχειρεί να διορθώσει ένα από τα προβλήματα που επί χρόνια έκαναν αρκετούς επενδυτές να προσπερνούν την Ελλάδα: τον χρόνο και την αβεβαιότητα μέχρι μια επένδυση να περάσει από τα λόγια στην πράξη». Και να αποδείξει ότι μπορεί να υπάρξει επενδυτική δραστηριότητα και μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ (ΟΤ) – ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ


