Μια νέα σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και ένα μαζικό sell-off στις ΗΠΑ αποτελούν τους δύο μεγαλύτερους κινδύνους για την ευρωζώνη, οι οποίοι, αν συνδυαστούν, θα μπορούσαν να οδηγήσουν την περιοχή σε ύφεση και να εκτοξεύσουν τον πληθωρισμό κοντά στο 5%, εκτιμά ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM) σε έκθεση που δημοσίευσε τη Δευτέρα.
Ειδικότερα, στο Euro Area Stability Watch, ο ESM διαπιστώνει ότι η ζώνη του ευρώ έχει αποδειχθεί ανθεκτική απέναντι σε επαναλαμβανόμενες κρίσεις, αλλά ότι αυτή η ανθεκτικότητα δοκιμάζεται. “Η ανθεκτικότητα της ζώνης του ευρώ δεν είναι αυτοσυντηρούμενη. Σε έναν κόσμο με μεγαλύτερη αβεβαιότητα, θα εξαρτάται από την αξιοπιστία, την πειθαρχία και τις πολιτικές επιλογές που γίνονται σήμερα”, όπως αναφέρει ο Rolf Strauch, επικεφαλής οικονομολόγος του ESM.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της έκθεσης, δύο εξωγενείς κίνδυνοι κυριαρχούν στο outlook: οι παρατεταμένες γεωπολιτικές εντάσεις, συμπεριλαμβανομένης μιας πιθανής νέας κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή, και η απότομη απώλεια αξίας των αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων.
Αυτοί οι δύο κίνδυνοι θα μπορούσαν να αλληλοτροφοδοτηθούν μέσω των υψηλότερων τιμών ενέργειας, της αβεβαιότητας, της εξασθένησης της εμπιστοσύνης και των αυστηρότερων χρηματοπιστωτικών συνθηκών.
Οι παρατεταμένες και έντονες γεωπολιτικές εντάσεις τείνουν να προκαλούν δυσανάλογα μεγαλύτερη οικονομική ζημία. Παράλληλα, οι επίμονα υποτονικές επενδύσεις αφήνουν μόνιμα σημάδια στις οικονομίες, τονίζεται.
Την ίδια στιγμή, τα τρωτά σημεία σε τμήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ιδίως στα μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και στις αγορές κρατικών ομολόγων, λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές, με αποτέλεσμα οι κραδασμοί να μεταδίδονται ταχύτερα και να πλήττουν ισχυρότερα την οικονομία.
Το δυσμενές σενάριο
Η έκθεση παρουσιάζει ένα δυσμενές σενάριο, χρησιμοποιώντας ως βάση αναφοράς τις Εαρινές Οικονομικές Προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2026.
Από αυτό προκύπτει ότι οι κίνδυνοι δεν λειτουργούν απλώς αθροιστικά. Ο συνδυασμός των παρατεταμένων γεωπολιτικών εντάσεων με μια απότομη ανατιμολόγηση των αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων θα μπορούσε να οδηγήσει την ευρωζώνη σε ύφεση, να αυξήσει τον ετήσιο πληθωρισμό κοντά στο 5%, ενώ ορισμένες χώρες θα δουν το δημόσιο χρέος τους να τίθεται σε ανοδική τροχιά, εάν δεν υπάρξει κάποια αντίδραση όσον αφορά στη νομισματική ή τη δημοσιονομική πολιτική.
Μακροπρόθεσμα, και υπό συνθήκες επίμονης χαμηλής ανάπτυξης, η δυναμική του χρέους θα επιδεινωνόταν αισθητά, σημειώνει ο ESM. Το δημόσιο χρέος θα αυξανόταν κατά περίπου 20 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ σε σύγκριση με το βασικό σενάριο το 2035, με το χρέος να εισέρχεται σε ανοδική τροχιά για σχεδόν όλες τις χώρες της ευρωζώνης.
Το δυσμενές σενάριο συνεπάγεται σημαντικές προκλήσεις δημοσιονομικής προσαρμογής. Οι κυβερνήσεις θα βρεθούν αντιμέτωπες με μεγάλες και διαρκείς ανάγκες δημοσιονομικής εξυγίανσης, πέρα από όσα έχουν επιτύχει πολλές χώρες στο παρελθόν, σε μια περίοδο αυστηρότερων συνθηκών χρηματοδότησης και αυξανόμενων πιέσεων στις δαπάνες, συμπεριλαμβανομένων των αμυντικών.
Τα δημοσιονομικά πλαίσια παρέχουν χρόνο και ευελιξία μόνο εάν οι αγορές εμπιστεύονται τη δέσμευση των κυβερνήσεων για υγιή δημόσια οικονομικά. Καθώς το χρέος αυξάνεται και τα δημοσιονομικά “μαξιλάρια” ασφαλείας εξανεμίζονται, οι πολιτικές επιλογές θα αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία. Ως εκ τούτου, η αξιοπιστία, η πειθαρχία και η στοχευμένη στήριξη κρίνονται απαραίτητες.
Αμυντικές δαπάνες
Η έκθεση περιλαμβάνει επίσης ένα ειδικό κεφάλαιο σχετικά με τις δημοσιονομικές επιπτώσεις των αυξημένων αμυντικών δαπανών. Δείχνει ότι το μακροπρόθεσμο δημοσιονομικό κόστος δεν είναι σταθερό. Όταν οι δαπάνες είναι σωστά σχεδιασμένες, έως και 53 σεντς για κάθε επιπλέον ευρώ που δαπανάται μπορούν να ανακτηθούν με την πάροδο του χρόνου μέσω της ισχυρότερης ανάπτυξης και των υψηλότερων εσόδων.
Αυτό προϋποθέτει μια ευρωπαϊκή προσέγγιση στην άμυνα, έμφαση σε προμήθειες με εστίαση στην καινοτομία, αποτελεσματικές ευρωπαϊκές εφοδιαστικές αλυσίδες και αξιόπιστα δημοσιονομικά πλαίσια.
Τα οικονομικά οφέλη είναι μεγαλύτερα όταν οι αμυντικές δαπάνες τροφοδοτούν τις επενδύσεις, την καινοτομία και την παραγωγικότητα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αντίθετα, οι δαπάνες που επικεντρώνονται στο προσωπικό, στη συντήρηση ή στον εισαγόμενο εξοπλισμό έχουν σημαντικά μικρότερη επίδραση στην ανάπτυξη.


