H Goldman Sachs αλλάζει τη σειρά προτίμησης στις ελληνικές τράπεζες στην έκθεση της 12ης Φεβρουαρίου 2026, ανεβάζοντας αισθητά τις τιμές-στόχους και περνώντας το μήνυμα ότι ο κλάδος έχει γυρίσει σελίδα: από το «στόρι» της εξυγίανσης, στο «στόρι» της διατηρήσιμης κερδοφορίας και της πιο επιθετικής αξιοποίησης κεφαλαίου.
Οι νέες τιμές-στόχοι και οι συστάσεις
Η εικόνα είναι καθαρή: αναβάθμιση της Eurobank σε “αγορά”, διατήρηση “αγορά” για Πειραιώς και Alpha Bank, και υποβάθμιση της Εθνικής σε “ουδέτερη”, όχι επειδή «χάλασαν» τα θεμελιώδη αλλά επειδή –κατά τη Goldman– η μετοχή έχει ήδη «τρέξει» και η αποτίμηση έγινε λιγότερο ελκυστική σε σχέση με τις υπόλοιπες.
Οι νέες τιμές-στόχοι 12μήνου που δίνει ο οίκος είναι: Eurobank €5,00, Πειραιώς €10,50, Alpha Bank €5,10, Εθνική €16,75.
Παρά το ισχυρό ράλι του κλάδου, η Goldman εξακολουθεί να «βλέπει» μέσο ανοδικό περιθώριο περίπου 20%.
Το νέο αφήγημα της Goldman για τον κλάδο
Το βασικό επιχείρημα είναι ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν πλέον χαρακτηριστικά «ώριμης» επενδυτικής ιστορίας: ισχυρά κεφάλαια, πιο ανθεκτικά μοντέλα εσόδων και μακροοικονομικό υπόβαθρο που συνεχίζει να τις στηρίζει. Η χρηματιστηριακή πορεία, άλλωστε, έχει προεξοφλήσει μεγάλο μέρος αυτής της μετάβασης: οι μετοχές των τεσσάρων τραπεζών εμφανίζονται ενισχυμένες κατά μέσο όρο περίπου +400% από το τέλος του 2021, έναντι περίπου +170% για τον ευρωπαϊκό τραπεζικό δείκτη, ενώ και από την αρχή του έτους η υπεραπόδοση παραμένει έντονη.
Το κρίσιμο σημείο: η Goldman θεωρεί ότι η αγορά περνά σε φάση όπου δεν αρκεί το «καθαρίσαμε τους ισολογισμούς». Το στοίχημα γίνεται η οργανική ανάπτυξη, η αντοχή των εσόδων σε περιβάλλον χαμηλότερων επιτοκίων και –κυρίως– το τι θα κάνουν οι τράπεζες με το πλεονάζον κεφάλαιο.
Γιατί ανεβαίνουν οι αποτιμήσεις: χαμηλότερο κόστος κεφαλαίου και στροφή σε P/E
Στον πυρήνα της αναθεώρησης, ο οίκος αποδίδει τη μέση αύξηση των τιμών-στόχων (περίπου +27%) κυρίως σε χαμηλότερο κόστος κεφαλαίου. Ταυτόχρονα κάνει μια τεχνικά σημαντική κίνηση: δηλώνει ότι περνά σε μεθοδολογία αποτίμησης με βάση τον δείκτη P/E, επειδή θεωρεί ότι η κερδοφορία γίνεται πιο προβλέψιμη και λιγότερο «κυκλική»/αβέβαιη σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Η Goldman κρατά επίσης το επιχείρημα του σχετικού discount: εκτιμά ότι οι ελληνικές τράπεζες διαπραγματεύονται περίπου στις 10 φορές τα κέρδη, έναντι περίπου 11 φορές για τις ευρωπαϊκές.
Eurobank: η αναβάθμιση έχει συγκεκριμένο “γιατί”
Η αναβάθμιση της Eurobank σε “αγορά” πατάει πάνω στο μείγμα δραστηριοτήτων και τη γεωγραφική διαφοροποίηση (Ελλάδα – Κύπρος – Βουλγαρία), που –κατά τον οίκο– βοηθά να «κρατήσει» σταθερή απόδοση ιδίων κεφαλαίων γύρω στο 15% και να μειώσει τον κίνδυνο ενός μονοδιάστατου story.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Goldman εντάσσει και τις κινήσεις επέκτασης/ενοποίησης στην Κύπρο, όπου η Eurobank έχει προχωρήσει στην πλήρη ενσωμάτωση της Ελληνικής Τράπεζας (μέσω squeeze-out και διαδοχικών βημάτων ενοποίησης).
Πειραιώς και Alpha: ανάπτυξη, συνέργειες, «πιο πολλά από επιτόκια»
Για την Πειραιώς και την Alpha, η Goldman διατηρεί θετική στάση (“αγορά”), όμως το ζητούμενο εδώ είναι η εκτέλεση: να αποδειχθεί ότι οι τράπεζες μπορούν να κρατήσουν ρυθμούς ανάπτυξης, να βελτιώσουν περαιτέρω την ποιότητα ενεργητικού και να αυξήσουν επαναλαμβανόμενα έσοδα από προμήθειες.
Σημείο-κλειδί είναι και η κατεύθυνση προς bankassurance / diversification. Η Πειραιώς, για παράδειγμα, έχει ολοκληρώσει την εξαγορά της Εθνικής Ασφαλιστικής, μια κίνηση που αλλάζει το προφίλ εσόδων και τις δυνατότητες σταυροειδών πωλήσεων (με το γνωστό κεφαλαιακό «αποτύπωμα» που πρέπει να διαχειριστεί).
Η Alpha από την πλευρά της έχει ενισχύσει το αποτύπωμά της στην Κύπρο με την ολοκλήρωση της εξαγοράς της AstroBank μέσω της Alpha Bank Κύπρου.
Εθνική: υποβάθμιση «για λόγους τιμής», όχι «για λόγους ποιότητας»
Η πιο «ηχηρή» αλλαγή της ημέρας είναι η υποβάθμιση της Εθνικής σε “ουδέτερη”. Το μήνυμα της Goldman είναι ωμό: μετά την ισχυρή άνοδο, η Εθνική έχει χάσει μέρος της σχετικής ελκυστικότητας ως trade, άρα ο οίκος προτιμά αλλού το risk-reward.
Αυτό έχει σημασία και για την αγορά: όταν μια τράπεζα υποβαθμίζεται «λόγω αποτίμησης», δεν σημαίνει ότι «στραβώνει» το story. Σημαίνει ότι –με τα ίδια περίπου θεμελιώδη– η μετοχή θεωρείται ότι προσφέρει μικρότερο περιθώριο υπεραπόδοσης από εδώ και πέρα, εκτός αν υπάρξουν νέοι καταλύτες.
Τι θα κρίνει το 2026 σύμφωνα με τη Goldman
Η Goldman βάζει τρεις πολύ πρακτικούς δείκτες-τεστ για την επόμενη φάση:
- Βιωσιμότητα πιστωτικής επέκτασης: ο οίκος θεωρεί ότι η πιστωτική ανάπτυξη των ελληνικών τραπεζών μπορεί να παραμείνει περίπου διπλάσια του ευρωπαϊκού μέσου όρου, αλλά αυτό είναι ακριβώς το «νούμερο» που θα αμφισβητήσει πρώτο η αγορά αν δει επιβράδυνση.
- Κόστος και επενδύσεις: πόσο θα ανέβει το λειτουργικό κόστος λόγω τεχνολογίας/μετασχηματισμού και πόσο γρήγορα θα μετατραπεί σε παραγωγικότητα.
- Κατανομή κεφαλαίου: πόσα θα πάνε σε διανομές και πόσα σε εξαγορές/κινήσεις ενίσχυσης. Η αγορά δεν θέλει απλώς «υψηλά CET1», θέλει σχέδιο για το τι σημαίνουν αυτά για τον μέτοχο.
Στο ίδιο κάδρο, η Goldman δίνει αριθμητικό «πλαίσιο» για την κερδοφορία και την ανθεκτικότητα: προβλέπει μέση απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE) 14%–15% για την περίοδο 2026–2028 και δείκτες CET1 άνω του 15%.
Παράλληλα, σημειώνει ότι η επίδραση των μειώσεων επιτοκίων έχει «σε μεγάλο βαθμό απορροφηθεί», άρα το παιχνίδι μεταφέρεται περισσότερο σε όγκους, προμήθειες και πειθαρχία κόστους.
Το συμπέρασμα: θετικό report, αλλά με “πήχη” πιο ψηλά
Η σημερινή έκθεση είναι θετική για τον κλάδο και ειδικά για το σενάριο συνέχισης του re-rating, όμως βάζει και έναν πήχη: μετά το εντυπωσιακό ράλι, οι ελληνικές τράπεζες δεν μπορούν να στηριχθούν μόνο στο «μακρο» ή στην ανάμνηση της εξυγίανσης. Η αγορά θα ζητήσει χειροπιαστή εκτέλεση σε τρία μέτωπα: ρυθμούς δανείων χωρίς να χαλάει η ποιότητα, κερδοφορία που αντέχει σε χαμηλότερα επιτόκια και πειστική αξιοποίηση κεφαλαίου.
Αν αυτά επιβεβαιωθούν, η Goldman λέει ουσιαστικά ότι υπάρχει ακόμα χώρος. Αν όχι, το “story” δεν γυρίζει απαραίτητα σε αρνητικό — απλώς παύει να δικαιολογεί νέο κύμα ενθουσιασμού.


