Πολλά brands και νέες μικρές ή μεγαλύτερες αλυσίδες αθλητικών ειδών έχουν γεμίσει την ελληνική αγορά, με λίγους και εκλεκτούς παίκτες να βρίσκονται ουσιαστικά πίσω από αυτές, δημιουργώντας μια δυναμική τριάδα, που κατέχουν και το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς.
Από τον όμιλο Cosmos Sport / JD Sports (με τα brands Cosmos Sport, JD Sports, Sneaker10, Slamdunk, Sportsfactory, Rundome και οσονούπω Sport Vision) και τον όμιλο Sportswear Market – Fourlis Group (INTERSPORT και Foot Locker) μέχρι τη Zakcret (Zakcret Sports και Sneaker Cage), οι Big 3 εμφανίζουν δυναμική ανάπτυξη.
Ενδεικτικό είναι πως η αξία πωλήσεων της οργανωμένης ελληνικής αγοράς αθλητικών ειδών για το οκτάμηνο Ιανουαρίου – Αυγούστου 2026 ανήλθε στα 344,6 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση +16,3% σε σχέση με τα 296,4 εκατ. ευρώ του αντίστοιχου διαστήματος του 2025.
Παράλληλα, ο όγκος πωλήσεων σε τεμάχια αυξήθηκε κατά +33,8% (από 8,3 εκατ. σε 11,1 εκατ. τεμάχια) και ο αριθμός παραγγελιών κατά +10,5% (από 5,16 εκατ. σε 5,7 εκατ.).

Η Cosmos Sport και οι Bρετανοί της JD Sport
Πριν από μερικές εβδομάδες η Cosmos Sport πέρασε εξ ολοκλήρου στον έλεγχο του JD Group, καθώς εξαγόρασε το υπόλοιπο 20% της ελληνικής αλυσίδας δίνοντας ακόμη μεγαλύτερη ώθηση στο επιχειρηματικό σχήμα που δραστηριοποιείτα στην ελληνική και την κυπριακή αγορά.
Ενώ βρίσκεται σε αναμονή της απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού για την εξαγορά του 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Sport Vision από την BDSSPORT GROUP LTD στην Ελλάδα.
Εξάλλου, το 2025 ο κύκλος εργασιών της Cosmos Sport σκαρφάλωσε στα 212,16 εκατ. ευρώ έναντι των 182 εκατ. ευρώ του 2024, ενώ τα τα μικτά αποτελέσματα (κέρδη) ανήλθαν σε 92,02 εκατ. ευρώ.
Μάλιστα, μετά την αφαίρεση των λειτουργικών δαπανών, των χρηματοοικονομικών και επενδυτικών αποτελεσμάτων, η Cosmos Sport κατέγραψε εκρηκτική άνοδο στα κέρδη πρό φόρων, φτάνοντας στα 20 εκατ. ευρώ έναντι των 12,89 εκατ. ευρώ το 2024 – κάτι που μεταφράζεται σε μεταβολή της τάξης του 55,17%.
Η Cosmos Sport σε Ελλάδα και Κύπρο κατάφερε να καλύψει το χαμένο έδαφος ενός δύσκολου πρώτου τριμήνου, το οποίο χαρακτηρίστηκε από αρνητικές για την κατανάλωση οικονομικές συνθήκες. Καθ’ όλη τη διάρκεια του β’ τριμήνου παρουσίασε σταδιακή βελτίωση των μεγεθών της, ενώ η διοίκηση της εταιρείας υπό τον δημιουργό της Μιχάλη Τσικνάκη -CEO Sporting Goods του ομίλου JD Sports Fashion plc, με ηγετικό ρόλο σε Ιβηρική, Ελλάδα και JD Group- εξετάζει την επέκταση του δικτύου της, καθώς θεωρεί ότι υπάρχουν περαιτέρω ευκαιρίες ανάπτυξης τόσο σε Ελλάδα όσο και σε Κύπρο.

Ο κλάδος αθλητικών του ομίλου Fourlis
Ο κλάδος αθλητικών ειδών του Ομίλου Fourlis που περιλαμβάνει τις αλυσίδες Intersport και Foot Locker μέσω της Sportswear A.E. / Sportswear Market, καταγράφει ισχυρή δυναμική με αύξηση 12% περίπου στις πωλήσεις κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, με τη διοίκηση υπό τον Βασίλη Φουρλή α επισημαίνει πως και ο κλάδος τελεί υπό αλλαγές, όπως και όλα τα concepts του ομίλου.
Δεν είναι τυχαίο πως το επόμενο διάστημα αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία σημαντικός αριθμός νέων σημείων σε όλο το χαρτοφυλάκιο, με επίκεντρο το δίκτυο της Foot Locker και την επιλεκτική ανάπτυξη της Intersport.
Την νέα αυτή κατεύθυνση έδειξε και το άνοιγμα του νέου καταστήματος Foot Locker στην οδό Ερμού, στοχεύοντας στην ενίσχυση της θέσης του στο athleisure retail σταδιακά σε όλη τη ΝΑ Ευρώπη.

Με τη διοίκηση της Zakcret υπό τον Τιμόθεο Χαϊκάλη, η ελληνική αλυσίδα με αθλητικά πέτυχε να αναπτύξει τουλάχιστον 36 φυσικά καταστήματα και πάνω από 250 σημεία παραλαβής σε όλη την Ελλάδα, με συνεχή ανοδική πορεία ακόμη και πέντε δεκαετίες μετά την ίδρυσή της, το 1975.
Το 2018 επέκτεινε τη διείσδυσή της στην αγορά, με τα εξειδικευμένα καταστήματα Sneaker Cage και το sneakercage.gr, διαθέτοντας premium και exclusive προϊόντα για τους λάτρεις των sneakers. Παράλληλα, με το μεγαλύτερο αθλητικό Outlet Center στην Αττική και το outletcenter.gr, διαθέτει τα προϊόντα της σε χαμηλές τιμές.
Ενώ τον περασμένο Ιούνιο η εταιρεία ανακοίνωσε την είσοδό της στην κυπριακή αγορά μέσω της εξαγοράς/συνεργασίας με την Privé Sports, σε ένα νέο βήμα ανάπτυξης, ύστερα από ένα ισχυρό 2025, όταν ξεπεράσαν τα 52,7 εκατ. ευρώ (σε σύγκριση με περίπου 51,5 εκατ. ευρώ το 2024).


