Η Meta Platforms Inc. και η BlackRock Inc. θα δημιουργήσουν κοινοπραξία για την κατασκευή και λειτουργία ενός συγκροτήματος κέντρου δεδομένων (data center) ισχύος 1 γιγαβάτ (GW) στο Τέξας, ενισχύοντας το κύμα επενδύσεων στις υπολογιστικές υποδομές που τροφοδοτούν την τεχνητή νοημοσύνη.
Το κόστος ανάπτυξης του συγκροτήματος στο Ελ Πάσο θα ανέλθει σε περίπου 14 δισ. δολάρια, ανακοίνωσε η Meta την Τρίτη. Η εγκατάσταση αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία το 2028, με τη Meta να αποτελεί αρχικά τον μοναδικό μισθωτή του έργου, σύμφωνα με το Bloomberg, που επικαλείται την ανακοίνωση.
Τα επενδυτικά κεφάλαια της BlackRock θα κατέχουν το 80% της κοινοπραξίας, ενώ η Meta θα διατηρήσει το υπόλοιπο 20%.
Τεχνολογικοί κολοσσοί όπως οι Alphabet Inc., Amazon.com Inc., Meta και Microsoft Corp. επεκτείνουν επιθετικά τα δίκτυα των κέντρων δεδομένων τους, επιδιώκοντας να κυριαρχήσουν στην ακόμη αναπτυσσόμενη αγορά των εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης. Η άνευ προηγουμένου κλίμακα αυτών των επενδύσεων χρηματοδοτείται μέσω ενός συνδυασμού κεφαλαιουχικών δαπανών, ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων υποδομών, δανεισμού και κρατικών επενδυτικών ταμείων.
Η Meta θα εισφέρει αρχικά γη και άλλα περιουσιακά στοιχεία αξίας περίπου 2,3 δισ. δολαρίων και θα λάβει εφάπαξ καταβολή ύψους 1 δισ. δολαρίων.
Η BlackRock θα συνεισφέρει περίπου 4,9 δισ. δολάρια σε μετρητά, ενώ μέρος της συμμετοχής της θα χρηματοδοτηθεί μέσω δανεισμού ύψους 12,5 δισ. δολαρίων. Η έκδοση των ομολόγων ολοκληρώθηκε έπειτα από διαδικασία που διήρκεσε σχεδόν μία εβδομάδα και κατά την αρχική της φάση καταγράφηκε χαμηλότερη του αναμενομένου ζήτηση από τους επενδυτές.
Το έργο στο Ελ Πάσο εντάσσεται στο πρόγραμμα Meta Compute, την πρωτοβουλία της εταιρείας κοινωνικής δικτύωσης για την ανάπτυξη υποδομών τεχνητής νοημοσύνης και την εμπορική διάθεση της πλεονάζουσας υπολογιστικής ισχύος της.
Η Meta θα συνάψει συμβάσεις μίσθωσης για τη χρήση της εγκατάστασης με αρχική διάρκεια τεσσάρων ετών, με δυνατότητα παράτασης.
Νωρίτερα φέτος, η Meta αναθεώρησε προς τα πάνω τις προβλέψεις της για τις ετήσιες δαπάνες της, ανεβάζοντάς τες στα 125 έως 145 δισ. δολάρια, λόγω των μεγάλων επενδύσεων σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης και του υψηλότερου κόστους των εξαρτημάτων.


