Δεν προχώρησε σε αξιολόγηση της γαλλικής οικονομίας η Moody’s την Παρασκευή, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι το ανρητικό outlook δεν καθιστά πιθανή μια αναβάθμιση στο πρόσφατο μέλλον.
Οι περισσότεροι αναλυτές ανέμεναν ότι ο οίκος θα υποβαθμίσει την αξιολόγηση Aa3, η οποία είχε αρνητικές προοπτικές από τον Οκτώβριο του περασμένου έτους.
Η γαλλική κυβέρνηση προσπαθεί να κατευνάσει την κοινωνική αναταραχή και, την ίδια στιγμή, να σταθεροποιήσει τα δημοσιονομικά της, ενώ η χώρα προετοιμάζεται για τις κρίσιμες προεδρικές κάλπες του 2027.
Σύμφωνα με τον οίκο, η αξιολόγηση Aa3 της Γαλλίας υποστηρίζεται από την ισχυρή και διαφοροποιημένη οικονομία της, καθώς και από τους υψηλού επιπέδου δημόσιους θεσμούς της.
Ωστόσο, η ισχύς του θεσμικού πλαισίου δοκιμάζεται επανειλημμένα από ένα κατακερματισμένο κοινοβούλιο —το οποίο συχνά διαφωνεί με την κυβέρνηση ως προς τις πολιτικές προτεραιότητες ή την εφαρμογή τους— καθώς και από περιόδους πολιτικής και κοινωνικής αστάθειας. Το υψηλό και αυξανόμενο βάρος του χρέους, καθώς και η εξασθένηση των δεικτών ικανότητας εξυπηρέτησής του, αποτελούν κύριες προκλήσεις.
Από την προηγούμενη περιοδική αξιολόγηση της Moody’s, η βραδύτερη ανάπτυξη και το υψηλότερο έλλειμμα ώθησαν το βάρος του γαλλικού χρέους ελαφρώς υψηλότερα από ό,τι αναμενόταν προηγουμένως. Επιπλέον, οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων αυξήθηκαν ταχύτερα από το αναμενόμενο, ενώ ξέσπασαν ευρείες κοινωνικές διαμαρτυρίες που θα μπορούσαν να περιορίσουν τις προσπάθειες δημοσιονομικής προσαρμογής. Η αξιολόγηση Aa3 προϋποθέτει ότι θα υιοθετηθεί ένας προϋπολογισμός μείωσης του ελλείμματος για το 2027, ενώ το κόστος χρηματοδότησης και οι κοινωνικές εντάσεις θα υποχωρήσουν υποτονικά τους επόμενους μήνες, αναφέρει ο οίκος.
Στο επίκεντρο οι ταραχές και ο προϋπολογισμός του 2027
Η διαδικασία για τον προϋπολογισμό του 2027 συμπίπτει με ορισμένες από τις πιο εκτεταμένες κοινωνικές διαμαρτυρίες που έχει βιώσει η Γαλλία εδώ και πολλά χρόνια.
Παρά το απαιτητικό πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον, η βασική εκτίμηση της Moody’s είναι ότι τελικά θα υιοθετηθεί ένας προϋπολογισμός μείωσης του ελλείμματος για το 2027, ενδεχομένως μέσω προεδρικών διαταγμάτων (ordonnances).
Η πρόβλεψή της για έλλειμμα 5,2% του ΑΕΠ το 2027 (μειωμένο από 5,4% το 2026) είναι ελαφρώς ευρύτερη από το έλλειμμα 5,0% του προσχεδίου του προϋπολογισμού, καθώς αναμένει ότι η ασθενέστερη αύξηση του ΑΕΠ σε σύγκριση με τις κυβερνητικές προβλέψεις θα επιβαρύνει τα έσοδα, ενώ η πλήρης εφαρμογή των σχεδιαζόμενων περικοπών δαπανών θα είναι πολιτικά δύσκολη.
Μια σημαντική και διατηρήσιμη δημοσιονομική προσπάθεια θα εξακολουθήσει να απαιτείται και μετά τις προεδρικές εκλογές του Απριλίου και Μαΐου 2027, προκειμένου να τεθούν τα δημοσιονομικά της Γαλλίας σε πιο στέρεες βάσεις και να σταθεροποιηθεί το βάρος του χρέους, το οποίο θα ξεπεράσει το 120% του ΑΕΠ το 2027.
Κατακερματισμένο το πολιτικό σκηνικό
Παρόλο που ο οίκος αναμένει ότι ο επόμενος πρόεδρος και η κυβέρνηση θα επιδιώξουν να συνεχίσουν τη μείωση του ελλείμματος, η βασική του εκτίμηση είναι ότι είναι αμφίβολο να μπορέσουν να εφαρμόσουν ταχεία δημοσιονομική προσαρμογή εν μέρει λόγω των κοινωνικών εντάσεων, ενός πολιτικού περιβάλλοντος που πιθανότατα θα παραμείνει κατακερματισμένο και της υποτονικής αύξησης του ΑΕΠ. Ως αποτέλεσμα, το βάρος του χρέους θα συνεχίσει να αυξάνεται καθ’ όλη τη διάρκεια του υπολοίπου της δεκαετίας.
Επιπλέον, η απότομη αύξηση των αποδόσεων των γαλλικών κρατικών ομολόγων τους τελευταίους μήνες αυξάνει τους κινδύνους περαιτέρω εξασθένησης της ικανότητας εξυπηρέτησης του χρέους της Γαλλίας (debt affordability).
Η απόδοση του γαλλικού 10ετούς ομολόγου έχει αυξηθεί κατά περίπου 150 μονάδες βάσης από τις αρχές του έτους. Αν και αυτό αντικατοπτρίζει εν μέρει δομικούς παράγοντες που επηρεάζουν τα κράτη παγκοσμίως, περισσότερο από το 50% της αύξησης των αποδόσεων φέτος αντιπροσωπεύει διεύρυνση του γαλλικού spread έναντι των γερμανικών Bunds.
Ωστόσο, η σταθμισμένη μέση διάρκεια ωρίμανσης του γαλλικού δημόσιου χρέους (περίπου 8,5 έτη) συνεπάγεται ότι η αύξηση του κόστους δανεισμού πρέπει να διατηρηθεί για εκτεταμένη χρονική περίοδο ώστε να έχει ουσιαστικό αρνητικό αντίκτυπο στους δείκτες εξυπηρέτησης του χρέους.


